Το πάντα και το ποτέ – Οι απόλυτες έννοιες στη σχέση

«Θα σε θέλω για πάντα». «Δε θ’ αλλάξω ποτέ». «Θα είσαι για πάντα το μικρό μου παιδί» «Δε θα σου το κάνω ποτέ αυτό». Αυτές είναι ενδεικτικά μερικές φράσεις – διακηρύξεις που εκφράζονται στις πιο στενές ανθρώπινες σχέσεις, είτε ερωτικές είτε οικογενειακές. Φράσεις που αποτελούν θεμέλιο λίθο της λογοτεχνίας, της ποίησης, του σινεμά καθώς αποτελούν εκφάνσεις του απόλυτου, του υπερβατικού, του δραματικού. Και ενώ αυτές οι έννοιες ενέχουν μια έντονη γοητεία, δεν εδράζονται στη ρεαλιστική εμπειρία του ανθρώπου και στη ζώσα πραγματικότητα.

Με μια πρώτη ανάγνωση αποτελούν ελκυστικές λέξεις και έννοιες. Οι συμμετέχοντες σε μια σχέση, είτε όταν τις εκφράζουν είτε όταν τις ακούν, βιώνουν την ασφάλεια της διαχρονικότητας. Σε μια ζωή που τα πάντα ρέουν, που οι αλλαγές σε πολλαπλά επίπεδα συμβαίνουν με ταχύτατους ρυθμούς και τα παραδοσιακά υποστηρικτικά συστήματα είτε παρακμάζουν είτε μετασχηματίζονται, υπάρχει κάτι δεδομένο να τους καθησυχάζει και να βασίζονται σε αυτό. Το «πάντα» διασφαλίζει ένα μέλλον, μια συνέχεια και χαρίζει μια προβλεψιμότητα στον άνθρωπο, δουλεύοντας ως οδηγός και ως φάρος.

Αντίστοιχη λειτουργία επιτελεί και το «ποτέ». Η σταθερότητά του έχει μια αποτρεπτική χροιά, ότι δε θα συμβεί κάτι δυσάρεστο στο μέλλον. Ένας χωρισμός, μια απογοήτευση, μια δομική αλλαγή στις δυναμικές της σχέσης, όλα αυτά το «ποτέ» τα ξορκίζει στα πλαίσια μιας μαγικής σκέψης. Διασφαλίζει, με πολύ εύθραυστο τρόπο, τόσο μια σταθερότητα στη σχέση όσο και μια εσωτερική, ατομική σταθερότητα. Οι προεκτάσεις αυτού σε ατομικό επίπεδο είναι ότι ο άνθρωπος που το εκφράζει, αναγάγει την τωρινή του κατάσταση, συμπεριφορά, ψυχοσύνθεση σε μια αμετάβλητη, σταθερή κατασκευή. Ένα ιδανικό τώρα, ένας ιδανικός ή έστω γνώριμος εαυτός θα συνεχίσει ως έχει, δίχως να εγερθούν περίπλοκα ζητήματα ή μια ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης, εσωτερικής ή εξωτερικής. Το θετικό πρόσημο που φέρει το  απόλυτο είναι πως χαρίζει απλόχερα και εύκολα ασφάλεια και θαλπωρή.

Τα «πάντα» και το «ποτέ» είναι τέκνα του απόλυτου. Αυτή είναι η αρνητική τους όψη. Υποθάλπουν μια καθήλωση σε μια συγκεκριμένη χρονικότητα, περιορίζοντας το χώρο για μεγάλωμα. Εμποδίζουν την εξέλιξη, η οποία δεν είναι απαραίτητα θετική ή αρνητική αποκλειστικά. Δημιουργούν συνθήκες προδοσίας που προστίθενται στο συναισθηματικό βάρος της αλλαγής. Ο άνθρωπος που διακηρύσσει ότι ποτέ δε θα κάνει κάτι, παίρνει αυτήν τη θέση δίχως να υπολογίζει τις αναπόφευκτες και απρόβλεπτες αλλαγές. Εάν όντως κάνει αυτό το απευχόμενο κάτι, θα αναγκαστεί είτε ν’ ακυρώσει την εμπειρία του είτε να την αποδεχτεί με το ψυχοφθόρο βάρος της ασυνέπειας, μιας ασυνέπειας αυτο-επιβαλλόμενης. Θα κληθεί να διαχειριστεί τις αλλαγές που προκαλεί στο σχεσιακό του πλαίσιο, τις αλλαγές στην αυτο-εικόνα του καθώς και το βάρος στη συνείδησή του. 

Το απόλυτο περιορίζει ή επιβαρύνει και αυτόν που το δέχεται. Δημιουργεί μια προσδοκία στην οποία ο άλλος θα χτίσει, δημιουργεί μια πίεση για ανταπόκριση με εξίσου απόλυτους όρους, διαφορετικά προκύπτει μια ασυμφωνία στη σχέση με τις συνεπακόλουθες αγκυλώσεις. Μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μια αέναη εναντίωση, απογοήτευση, ανάγκη για επιβεβαίωση («Δεν το περίμενα ποτέ από εσένα», «Θα είσαι για πάντα το παιδί που δεν μπορώ να δω ότι μεγάλωσε» κλπ).

Το ποτέ και το πάντα είναι λεκτικοί περιορισμοί, το φίμωτρο που βάζουμε για να μη δαγκώσουμε ή δαγκωθούμε, δίχως να δίνεται τόση έμφαση στην έννοια της ελεύθερης, ζώσας επιλογής. Οι απόλυτες λέξεις και έννοιες κρύβουν από πίσω ένα «πρέπει», το οποίο είναι μια περιοριστική κατασκευή. Εφόσον εκφράζονται, επιδιώκουν να γίνουν αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Οι εραστές πρέπει να συνεχίζουν να ποθούνται για πάντα με τον ίδιο τρόπο για να μείνουν πιστοί στη δήλωση, το άτομο να ακυρώσει πτυχές της εμπειρίας του για να μην διαψεύσει τον εαυτό του, ένας γονέας να μην αντιλαμβάνεται την εξέλιξη του παιδιού του για να μη χαθεί η ταυτότητά του.

Προχωρώντας σε μια πολυσύνθετη στάση, πιο κοντά στα χαρακτηριστικά της ρέουσας ζωής, ξεκινάμε από μια αποσύνθεση των εννοιών. Χονδρικά, πίσω από τις απόλυτες έννοιες του «πάντα» και του «ποτέ», υπάρχει ένας φόβος και μια επιθυμία. Ενδεικτικά, αντί για το «Θα σε θέλω για πάντα» μπορεί να υπάρξει το «Τώρα σε θέλω, θέλω να συνεχίσω να σε θέλω. Μπορεί να μην είναι για πάντα ή να μην είναι με τον ίδιο τρόπο. Αν δεν είναι για πάντα, θα εκτιμήσω κάθε στιγμή που μοιραζόμαστε ως πολύτιμη. Αν δεν είναι με τον ίδιο τρόπο, θα γνωριστούμε και θ’ αγαπηθούμε με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε τώρα και η ανάγκη του ενός για τον άλλον θα γίνει πιο βαθιά». Αντί για το «Δε θ’ αλλάξω ποτέ», μπορεί να υπάρξει το «Δεν μπορώ να φανταστώ τώρα μια αλλαγή. Ωστόσο αναγνωρίζω ότι είμαι συνέχεια σε μια διαδικασία αλλαγής και κάποια πράγματα όντως έχουν αλλάξει, πότε προς το καλύτερο πότε προς το χειρότερο, και ενίοτε με τρόπους που μ’ εξέπληξαν». Αντί για το «Θα είσαι για πάντα το μικρό μου παιδί», «Φοβάμαι ότι όσο μεγαλώνεις τόσο δε θα με έχεις ανάγκη και το να είμαι γονιός και φροντιστής σου είναι θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς μου. Θέλω να σε έχω ενεργά στη ζωή μου και στην καθημερινότητά μου». 

Με βάση αυτούς τους επαναπροσδιορισμούς των απόλυτων εκφράσεων, οι άνθρωποι μπορούν να βρουν νέους, πλούσιους και ειλικρινείς τρόπους για να επικοινωνούν και να συσχετίζονται. Προσεγγίζοντας τον εαυτό μας και τους άλλους με αυτές τις έννοιες, καλλιεργείται μια σχέση πιο ελεύθερη και εδραιωμένη στο βιωμένο παρόν, μια σχέση Εγώ-Συ κατά Buber αντί για μια σχέση δεσμευτικών στάσεων και δηλώσεων. Μια σχέση η οποία δεν υπολείπεται σε ένταση, βάθος και νόημα, επιτρέποντας παράλληλα στους εμπλεκόμενους να αλλάζουν, να ξαναγνωρίζονται και να επικυρώνουν εκ νέου τη σχέση. Η εμπιστοσύνη δεν είναι προνόμιο του απόλυτου και δεν εδραιώνεται μέσα από μερικές λέξεις αλλά σφυρηλατείται και ισχυροποιείται μέσα από τις δοκιμασίες της ζωής.

Εν κατακλείδι, το «πάντα» και το «ποτέ» αποτελούν ένα φυσικό μέρος της ανθρώπινης πραγματικότητας, όντας εκφράσεις της εγγενούς μας ανάγκης για το υπερβατικό και το θεϊκό. Ταυτόχρονα όμως, την εχθρεύονται και εναντιώνονται σε βασικές της αρχές. Αυτή η φαινομενική αντίφαση είναι μια διαδικασία η οποία είναι αντικείμενο επεξεργασίας στα πλαίσια της θεραπείας. Το ζητούμενο είναι η συνθετότητα, η αναγνώριση και καταληκτική αποδοχή αυτής. Ιδανικά, διατηρείται η ουσία αυτών των εννοιών. Το «πάντα» και το «ποτέ» εκφράζονται ως τάσεις, ως επιθυμίες και ως έμπνευση, ενώ ο άνθρωπος αφήνεται ελεύθερος να αλλάζει, να μεταμορφώνεται και να εμπλουτίζεται, αναλαμβάνοντας με θάρρος ν’ αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα της ζωής και να δρέψει τους καρπούς της έκπληξης, όποιο πρόσημο και αν έχουν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s