«Μεταφράζοντας το ανείπωτο»

Ψηφιακή και αναλογική επικοινωνία

Η ανθρώπινη επικοινωνία μπορεί να χωριστεί σε δύο βασικά είδη, την ψηφιακή και την αναλογική. Η ψηφιακή επικοινωνία είναι μια λεκτική επικοινωνία, η οποία αφορά τη χρήση του λόγου σε οποιαδήποτε μορφή με σκοπό να επικοινωνήσει ένα μήνυμα. Ως αναλογική επικοινωνία ορίζεται η μη λεκτική επικοινωνία. Αυτή περιλαμβάνει κυρίως τις χειρονομίες και την κίνηση του σώματος καθώς και όλο το εύρος των εξωλεκτικών ενδείξεων (τόνος και χροιά φωνής, το βλέμμα, την έκφραση του προσώπου κλπ).

Η ψηφιακή επικοινωνία, ως λόγος, προέκυψε αργότερα στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου και είναι ικανή να μεταδώσει πιο σύνθετες σκέψεις και αλληλουχίες βιωμάτων και σχέσεων.

Το κύριο όφελός της είναι η ικανότητα να επικοινωνείται ένα εύρος πληροφοριών και να επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση. Η αναλογική επικοινωνία από την άλλη, καθώς βρίσκεται πιο κοντά στο ζωντανό πυρήνα του ανθρώπου, είναι ικανή να μεταδώσει, με έναν σχεδόν μυστικιστικό τρόπο, τα πιο εγγενή ένστικτα και συναισθήματα, σε μια πιο καθάρια μορφή, αδιαμεσολάβητα από κοινωνικές συμβάσεις και νοητικούς περιορισμούς. Παρά τη διαφορετική τους φύση ωστόσο, λειτουργούν απολύτως συμπληρωματικά, για να αποτυπώσουν την πολυεπίπεδη ανθρώπινη συνθήκη, τόσο αναφορικά με το περιεχόμενο όσο και με την όψη της σχέσης.

Δε λειτουργούν όμως πάντα σε συμφωνία και αρμονικά. Προκύπτουν συχνά δυσκολίες στη μετάφραση του ενός είδους επικοινωνίας στο άλλο. Ένα βασικό ζήτημα είναι η λεκτικοποίηση του συναισθήματος. Ενώ ο πλούτος της γλώσσας έχει προνοήσει για τις κατάλληλες λέξεις που αντικατοπτρίζουν ακόμα και διακυμάνσεις του ίδιου συναισθήματος, παρ’ όλα αυτά καμία λέξη δεν μπορεί για παράδειγμα ν’ αποτυπώσει πλήρως την ένταση ενός χαδιού που υποδηλώνει στοργή. Το ίδιο ισχύει παραδόξως και αντίστροφα. Από μόνη της η αναλογική επικοινωνία επίσης δεν είναι αρκετή. Ένα χάδι είναι ένδειξη στοργής αλλά η ποιότητα, το μέγεθος, η έκταση ακόμα και οι επιφυλάξεις δεν μπορούν να μεταδοθούν και να κατανοηθούν πλήρως δίχως τις λέξεις.

Μια ακόμα διάσταση αυτής της συζήτησης είναι οι διάφορες «μεταφράσεις» που συντελούνται. Κάθε άνθρωπος νιώθει και εκφράζεται με έναν ιδιαίτερο, προσωπικό τρόπο. Η αναλογική επικοινωνία του ενός δεν ταυτίζεται απαραίτητα σ’ επίπεδο ερμηνείας με αυτή ενός άλλου ανθρώπου. Ένα σφιγμένο σώμα μπορεί να παρερμηνευθεί από τον άλλο ως ένδειξη θυμού ή επιθετικότητας ενώ μπορεί κάλλιστα να είναι ένδειξη συστολής ή άγχους. Η ψηφιακή επικοινωνία, η λεκτικοποίηση αυτής της έντασης, βοηθάει στην αποφυγή παρεξηγήσεων και παρερμηνειών. Αντίστοιχα, η εκδήλωση τρυφερότητας ή αγάπης, ενώ για τον άνθρωπο που την επικοινωνεί μπορεί να είναι γνήσια και επαρκής ως έκφραση, ενδέχεται για τον άλλον που τη λαμβάνει να θεωρείται κενή και θεωρητική, ιδιαίτερα αν έχει πληγωθεί στο παρελθόν. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να απαιτείται και η αναλογική επικοινωνία για να διευκολυνθεί η επικοινωνία, π.χ. με τη συνοδεία μιας αγκαλιάς. Οι προσωπικές μας μεροληψίες, οι αναπαραστάσεις που έχουμε, τα βιώματά μας, παρεμβάλλονται στην ερμηνεία της επικοινωνίας και στη μετάφραση αυτής στα διαφορετικά επίπεδα.

Είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ότι και τα δύο είδη επικοινωνίας είναι βάσιμα και έγκυρα. Επειδή κάποιος είναι πιο εξοικειωμένος με την ψηφιακή επικοινωνία και δεν μπορεί να εκφράζεται άνετα με το σώμα του, δε σημαίνει ότι δε νιώθει και δε συναισθάνεται γνήσια. Επειδή το προσωπικό στυλ κάποιου άλλου μπορεί να εδράζεται κατά κύριο λόγο στην αναλογική επικοινωνία και δεν έχει τη λεκτική ευχέρεια, δεν σημαίνει επίσης ότι η εκδήλωσή του υπολείπεται σ’ ένταση ή βάθος. Ιδανικά, και όταν δεν υπάρχουν διάφορες ψυχικές αγκυλώσεις, ο άνθρωπος μπορεί να κινείται ελεύθερα και να επιλέγει μεταξύ των δύο κατά το δοκούν, όντας παράλληλα δημιουργικός με το συνδυασμό και τη σύνθεσή τους σε μια ολιστική επικοινωνία και σχέση.

Το μοντέλο μπορεί να αναχθεί, πέρα από τις καθημερινές σχέσεις, και στη ψυχοθεραπεία. Ο Ίρβιν Γιάλομ μιλάει για θεραπευτική πράξη αντί για θεραπευτική λέξη. Με αυτήν την έννοια φέρνει στο προσκήνιο τη σημασία της σύνθεσης της ψηφιακής και της αναλογικής επικοινωνίας, όπου η πράξη είναι το πεδίο που και τα δύο είδη συναντώνται. Αυτό που δρα θεραπευτικά, που επιτρέπει μια γνήσια συνάντηση προσώπων, δεν είναι μια συγκεκριμένη φράση αλλά ότι εκείνη τη στιγμή υπάρχει ένας άνθρωπος που τη λέει με ενδιαφέρον και νοιάξιμο, όπως αυτά αποτυπώνονται στο βλέμμα του ή τη στάση του σώματός του.

Και με τα λόγια του ποιητή:

« … αφού έμαθα να γράφω μονάχα στη γλώσσα της αγαπημένης,
μια γλώσσα με αφθονία διφθόγγων και ιαχών
με σιωπές και ρηξικέλευθα σημεία στίξης. 
Οι άνθρωποι που τη μιλούν δε βαδίζουν πια ή είναι ακόμα αγέννητοι
και τη μιλούν πότε με λόγια
 πότε με τα χέρια και τα χείλη
ταξιδεύοντας για να βρουν τη στιγμή και την εικόνα
που φέρει το νόημα που αποζητούν»

Βιβλιογραφία

  • Watzlawick P., Bavelas J.B., Jackson D.D. (1967), Pragmatics of human communication, W.W. Norton & Company, New York – London
  • Yalom, Irvin D. The Gift of Therapy: An Open Letter to a New Generation of Therapists and Their Patients. New York: HarperCollins, 2002

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s