Η σημασία της χρονικότητας στους διαπληκτισμούς

Μια από τις πιο δημοφιλείς έννοιες που έχουν προκύψει και αναπαράγονται τα τελευταία χρόνια είναι αυτή του timing ή χρονικότητας. Ενώ συνήθως χρησιμοποιείται αναφορικά με τη σύναψη των ερωτικών σχέσεων, η συνάφειά της δεν εξαντλείται εκεί. Αντιθέτως, έχει εφαρμογή και στη συνέχεια της σχέσης και δεν περιορίζεται μόνο σε ερωτικής φύσεως συστήματα. Ένα καλό παράδειγμα είναι η περίπτωση των εντάσεων και συνεπακόλουθων διαπληκτισμών. 

Πότε μαλώνουν οι άνθρωποι; Με ποιον; Για ποιο ακριβώς πράγμα;

Αυτές είναι κάποιες ερωτήσεις που στην ανάλυσή τους καταδεικνύουν τη σημασία που έχει ο χρόνος στη διαμόρφωση της επικοινωνίας και την ενδεχόμενη επίλυση ή μη της σύγκρουσης. 

Πότε;

Φυσικά η ανθρώπινη αλληλεπίδραση και ειδικά οι πιο θυμικές της εκφάνσεις δεν μπορούν και δε θα έπρεπε να είναι προϊόν προγραμματισμού. Οι εντάσεις προκύπτουν συχνά αιφνιδιαστικά και για λίγο ή πολύ απαιτούν την προσοχή μας και την άμεση διαχείρισή τους.

Ένας διαπληκτισμός ο οποίος λαμβάνει μέρος στο τέλος μιας κοπιαστικής ημέρας νομοτελειακά θα φέρει και την ένταση της ημέρας (δουλειά, υποχρεώσεις, κούραση). Σε ένα άλλο παράδειγμα, αν συμβαίνει πριν τη λήξη μιας προθεσμίας (επαγγελματική, ακαδημαϊκή, κάποιο ζήτημα υγείας), αυτή η στρεσογόνα αναμονή θα συνεισφέρει τη δική της ένταση στο διαπληκτισμό, αν μη τι άλλο αξιοποιώντας τον ως μορφή εκτόνωσης. Αφού είναι άτοπος ένας προγραμματισμός του καυγά, είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νου το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο προετοιμάζεται και εκφράζεται για να γνωρίζουμε τι άλλο μπορεί να υπεισέρχεται σ’ αυτόν. Διότι αυτό μπορεί να είναι που διογκώνει άνευ λόγου και παρατείνει τη διάρκεια του καυγά, δίχως να του επιτρέπει ν’ ακολουθήσει τη φυσική του πορεία.

Ενώ η ένταση, λοιπόν, μπορεί να απαιτεί την προσοχή μας ακόμα και όταν δεν είναι βολικό και οι συνθήκες είναι αντίξοες, είναι επιβαρυντικό για τη σχέση ν’ αγνοείται τελείως ή ν’ αναβάλλεται δίχως να συζητηθεί έστω στοιχειωδώς. Μπορεί να οριστεί συναινετικά μια άλλη χρονική στιγμή που θα συζητηθεί, λαμβάνοντας έτσι υπόψη τη χρονικότητα και λειτουργώντας παράλληλα με σεβασμό στη σχέση. Χρήσιμη είναι εδώ η έννοια της άνω τελείας, η οποία ενώ μεν διακόπτει τη ροή του λόγου, το κάνει μ’ έναν τρόπο που επιτρέπει στον αναγνώστη να πάρει μια ανάσα και να συνεχίσει με πιο εύρυθμο τρόπο, σε αντίθεση με την τελεία που διακόπτει απόλυτα την πρόταση. Αν τη διακόψει ωστόσο πριν ολοκληρωθεί το νόημα, έχουμε μια ασύνδετη σύνταξη που δημιουργεί σύγχυση και δυσφορία. Στα πλαίσια της σχέσης αυτό παίρνει τη μορφή πχ. «Ήταν μια δύσκολη μέρα και το συζητάμε εδώ και μία ώρα. Ας πάμε για ύπνο και το συνεχίζουμε αύριο (άνω τελεία) ή «Δουλεύω όλη μέρα, δεν μπορώ να σε ακούσω, πάω για ύπνο (τελεία).

Με ποιον;

Μαθαίνουμε από το παρελθόν μας, από τις προηγούμενες σχέσεις, από τις πρώτες μας επαφές με τους γονείς και αυτή η βιωμένη γνώση μας διαμορφώνει σε διάφορους βαθμούς και μας συνοδεύει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Μαθαίνουμε μοτίβα δράσης – αντίδρασης, κάνουμε υποθέσεις και αυτές οι διεργασίες βοηθούν, μέχρι ενός σημείου, στην επιβίωση και την ανάπτυξή μας. Είναι όμως και τα φαντάσματα που κουβαλάμε στη ράχη μας, έτοιμα να καταλάβουν το σώμα ενός συντρόφου, ενός φίλου, μιας γονεϊκής μορφής.

Σε συνθήκες έντασης, το βίωμα της αλληλεπίδρασης ανάγεται σε έναν εν δυνάμει σχεσιακό και συναισθηματικό κίνδυνο και βρισκόμαστε ενστικτωδώς σε μια κατάσταση εγρήγορσης και άμυνας. Σε μια τέτοια κατάσταση εσωστρέφειας και μη σύνδεσης, δε δύναται να υπάρξει μια βαθιά συνάντηση με τον άλλον ως παρούσα ολότητα. Συνεπώς γίνεται πιο εύκολο το να προβληθούν πάνω στον άλλον παρελθοντικές εικόνες και πρόσωπα. Επίσης η σχέση μπορεί να είναι και αντίστροφη, δηλαδή κάτι που μπορεί να θυμίζει παρελθοντικές εικόνες και πρόσωπα να προκαλεί αντανακλαστικά μια στάση άμυνας, η οποία δημιουργεί απόσταση και αποτρέπει μια ενδεχόμενη διάκριση συμπεριφορών και ίαση τραυμάτων. 

Φυσικά τέτοιου είδους προβολές, πέρα από το αυτονόητο ότι κάποιες φορές μπορεί όντως να ταυτίζονται τα χαρακτηριστικά και οι συμπεριφορές, είναι αναμενόμενες σ’ ένα βαθμό και δεν είναι καταδικαστέες. Το σημαντικό είναι η αναγνώριση τους όταν συμβαίνουν έτσι ώστε να μην επιβαρύνεται η σχέση και η ενεργή αλληλεπίδραση με παρελθοντικά κατάλοιπα. Εφόσον αναγνωριστεί, μπορεί ν’ αποτελέσει και μια εξαιρετική ευκαιρία για επεξεργασία των καταλοίπων αυτών in vivo, από μια πιο ώριμη φάση ζωής και σ’ ένα πιο υγιές πλαίσιο.

Για ποιο ακριβώς πράγμα;

Είναι συνήθης πρακτική κάποια ζητήματα, ειδικά όταν δε διαφαίνεται μια άμεση λύση ή το έδαφος δεν είναι πρόσφορο για ανάλυση, να «μπαίνουν κάτω από το χαλί». Ωστόσο το τραύμα πάντα θα επιζητάει την επίλυσή του και θα επανέρχεται στην επιφάνεια μέχρι να επουλωθεί. Έτσι μπορεί να συμβαίνει με αφορμή μια τυχαία ένταση ή σύγκρουση να προκύπτουν στην κουβέντα και παρελθοντικά, άλυτα ζητήματα και αγκυλώσεις.

Μια τέτοια -φαινομενική- τυχαιότητα μπορεί αφενός να εκτροχιάσει την κατάσταση αλλά μπορεί να είναι και μια ευκαιρία για ετεροχρονισμένη επίλυση. Αν υπάρχει κάποια συνάφεια μεταξύ των δύο ή περισσότερων σημείων τριβής, το να εξευρεθεί ένα μονοπάτι, ένας οδηγός διαχείρισης τρόπον τινά στην παρούσα φάση, τότε αυτό μπορεί να έχει εφαρμογή σε κάθε αντίστοιχη διαφωνία, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις και προσαρμογές κάθε φορά, επιλύοντας τόσο το τρέχον ζήτημα όσο και αντίστοιχα που συνέβησαν ή θα συμβούν. Δε χρειάζεται ν’ ανακαλύπτεται ο τροχός σε κάθε σύγκρουση και η σχέση αναπτύσσει τα εργαλεία για την αυτορρύθμιση της. 

Αυτή όμως η παρείσφρηση του παρελθόντος στο παρόν μπορεί να λειτουργεί επιβαρυντικά εις βάρος του δεύτερου και να διογκώνει την ένταση. Μιλώντας μεταφορικά, το χαλί έχει περιορισμένη χωρητικότητα και αναπτύσσει ένα δικό του οικοσύστημα, όπου ό,τι έχει καταχωνιαστεί και απομονωθεί εκεί δεν είναι παγωμένο στο χρόνο. Μεγαλώνει και αναπτύσσεται εν κενώ και με εσωστρέφεια, τρεφόμενο από μια παγωμένη στο χρόνο ένταση, δίχως τη δυνατότητα να αλληλεπιδράσει με προσαρμοστικό τρόπο με την πραγματικότητα της σχέσης. Φτάνει στο σημείο λοιπόν να εκφράζεται με εκρηκτικό συνήθως τρόπο. 

Θα ήταν χρήσιμο αντί να κρύβονται και να καταπιέζονται εντάσεις, διαφωνίες, δυσφορίες, να βγαίνουν στο φως στην ώρα τους, να συζητιόνται και ν’ απαντώνται. Ακόμα και αν πρόκειται για κάτι το άλυτο του οποίου η ανάλυση θεωρείται αδιέξοδη, μπορεί ν’ αναγνωριστεί ως τέτοιο στο παρόν, και να θεωρηθεί ως μια δομική διαφοροποίηση ιδεών, στάσεων, απόψεων, προτιμήσεων που έχει και αυτό το χώρο του στη σχέση, ανοιχτά όμως και με κοινή συναίνεση, αντί για κάτι το κρυφό και το καταπιεσμένο που καρτερεί να βγει στην επιφάνεια και να δυναμιτίσει. Δεδομένου ότι είναι αδύνατον δύο άνθρωποι να ταυτίζονται πλήρως, τέτοιους είδους δομικές διαφοροποιήσεις είναι πλέον φυσικές και αναμενόμενες, δίχως να καταδεικνύουν απαραίτητα ένα πρόβλημα στη σχέση. Φυσικά κάποιες διαφοροποιήσεις μπορεί να έχουν, βάση προσωπικού νοήματος, θεμελιώδη αξία και να μην είναι εφικτή η συνέχιση της σχέσης όταν εντοπίζονται. Εκεί προκύπτουν ζητήματα επιλογής και προτεραιοτήτων.

Εν κατακλείδι, δίχως να δύναται να γίνει μια εξαντλητική ανάλυση της διάστασης της χρονικότητας στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση, ένα χρήσιμο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι γενικά μια γόνιμη σχέση είναι αυτή που μαθαίνει από το παρελθόν και εμπνέεται από το μέλλον. Η σχέση αυτή η οποία είναι εδραιωμένη στο τώρα, βιωμένη στο παρόν, ελεύθερη ν’ ανθίσει ή να αποπνεύσει βάση του δυναμικού της και όχι λόγω ετερόκλητων χρονικά παραγόντων, πιστή στον εαυτό της.  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s