Ο συμβολικός θάνατος των γονέων

«Μισώ τον πατέρα μου», «Η μητέρα μου συνέχεια με κρίνει, δε με αποδέχθηκε ποτέ», «Ο πατέρας/μητέρα δεν ήταν ποτέ εκεί μεγαλώνοντας». Αυτές είναι μερικές ενδεικτικές φράσεις που καταδεικνύουν μια εκτροπή, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, του ιδανικού του γονέα. Όταν το αρχέτυπο φροντίδας, υποστήριξης, υλικής και συναισθηματικής παροχής αποτυγχάνει να εφαρμοστεί στην πραγματικότητα της ζωής ενός ανθρώπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο γονέας, ως αρχέτυπο, δεν είναι μια ζώσα καθημερινότητα αλλά καταλήγει σ’ έναν συμβολικό θάνατο ενώ βιολογικά συνεχίζει να παραμένει ζωντανός. Ο γονέας δεν υπάρχει πια.

Σε τέτοιες καταστάσεις συμβολικού θανάτου είναι συχνή μια καθήλωση σε σκέψεις, φαντασιώσεις και σενάρια ενός εναλλακτικού, καλύτερου παρελθόντος, τα οποία, ρητά ή άρρητα, εκφράζονται και ως προσδοκίες, ακόμα και όταν αναγνωρίζονται ως μη ρεαλιστικές. «Γιατί δεν είχα τους γονείς που μου άξιζαν ως παιδί;» «Γιατί ο πατέρας/μητέρα μου ήταν έτσι και όχι κάπως αλλιώς;». Τα ερωτήματα αυτά διατηρούνται και στην ενήλικη ζωή προκαλώντας άγχος, θλίψη, ματαίωση και εντάσεις στην τρέχουσα σχέση του ατόμου με τους γονείς του.

Το παρελθόν αιμορραγεί στο παρόν και το μέλλον, καθώς οποιαδήποτε επανασύνδεση ή εξυγίανση της σχέσης με τους γονείς, θέτει ως προαπαιτούμενο να ξαναγραφτεί η οικογενειακή ιστορία. «Δε θ’ αλλάξει ποτέ, πάντα τέτοιος ήταν», «Τι νόημα έχει τι κάνει πλέον, δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο με πλήγωσε». Ο γονέας μπορεί να ήταν απών ή παρών με δυσλειτουργικούς, ματαιωτικούς ή ακόμα και κακοποιητικούς όρους και ο μόνος τρόπος που μπορεί το πάλαι ποτέ παιδί να προχωρήσει στη ζωή του φαντάζει, σ’ ένα πρώτο στάδιο, να είναι το αν ο γονέας μπορούσε να γυρίσει όντως το χρόνο πίσω και να έκανε άλλες επιλογές. Ωστόσο η ρεαλιστική, ενήλικη σκέψη επιβάλλει τη σκληρή ενδεχομένως συνειδητοποίηση, ότι σε αντίθεση με τις σχέσεις που επιλέγει, υπάρχει μόνο μια ευκαιρία σ’ έναν βιολογικό γονέα – δεν μπορεί να υπάρξει άλλος.

Είναι εναγώνια η αναζήτηση μιας εξήγησης, ενός νοήματος στην εκτροπή μιας τέτοιας μοναδικής, ανεπανάληπτης και προνομιακής σχέσης. Ως παιδί μπορεί κάποιος να το βιώσει ως μια προσωπική αποτυχία, ως κάτι που έκανε ή δεν έκανε το ίδιο και να αναλάβει την ευθύνη και τη συνεπακόλουθη ενοχή μιας τέτοιας κατάληξης. Επίσης πιθανό είναι μια τέτοια κατάσταση να γεννήσει ένα έντονο και διαχρονικό θυμό.

Με σύντροφο τόσο έντονα συναισθήματα, ειδικά όταν αφήνονται να κατακλύσουν το άτομο για να μη βιώνονται σε όλη τους την ένταση ο πόνος και η θλίψη, ανάγεται σε μεγάλη πρόκληση το να προσεγγιστεί το ζήτημα με έναν αναλυτικό, νηφάλιο τρόπο που λαμβάνει υπόψη όλες τις παραμέτρους και αποδίδει ουσιαστικά νοήματα. Πρώιμες προσπάθειες μιας τέτοιας νοηματοδότησης παίρνουν συνήθως τη μορφή δηλώσεων όπως «Έτσι έμαθε από την οικογένειά του» ή «Ήταν δύσκολες εποχές και δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί», δηλώσεις και νοήματα δηλαδή που αρχίζουν να συμπεριλαμβάνουν την ιστορικότητα και τα πλαίσια του γονέα.

Είναι σημαντικό ν’ αναφερθεί πως η κατανόηση δεν είναι δικαιολογία ή νομιμοποίηση, ειδικά όταν πρόκειται για περιπτώσεις κακοποίησης. Το ζητούμενο δεν είναι η υποτίμηση του πόνου ενός παιδιού-πλέον ενήλικα ούτε η καθαγίαση δυσλειτουργικών γονεϊκών προτύπων, αλλά η απάντηση ενός παιδικού «γιατί» με τα αποθέματα της ενήλικης ζωής, ώστε το άτομο ν’ αποδεσμευτεί ψυχοσυναισθηματικά από ένα παρελθόν το οποίο είναι φύσει αδύνατο ν’ αλλάξει.

Εφόσον αρχίσει να συντελείται αυτή η αποδέσμευση, οι προκλήσεις επικεντρώνονται στο παρόν και το μέλλον. Πώς εφαρμόζει ο άνθρωπος αυτήν τη νοηματοδότηση των βιωμάτων του αναφορικά με τη γονεϊκή σχέση; Δεν υπάρχει μια δεδομένη, απόλυτη απάντηση αλλά είναι μια βαθιά προσωπική διεργασία. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να επιλεχθεί μια πλήρης αποστασιοποίηση από το γονέα, ειδικά όταν αυτός έχει υπάρξει και συνεχίζει να είναι κακοποιητικός. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να επιλεχθεί μια οριοθέτηση σε συγκεκριμένα σημεία.

Επίσης, μια δόκιμη στάση θα ήταν μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης με νέους όρους, ως μια γνωριμία μεταξύ δύο ενηλίκων πλέον ανθρώπων, ισότιμων και όχι από μια θέση παιδιού που εξαρτάται από το γονέα. Καθοριστική σημασία έχει και ποιες είναι οι διεργασίες του γονέα, εάν έχει στοχαστεί πάνω στην πορεία του ρόλου, στα δικά του βιώματα, τις αστοχίες, ελλείμματα αλλά και θετικά στοιχεία που ίσως να μην καλλιεργήθηκαν αρκετά.

Μπορεί ο γονέας του παρελθόντος, ως αρχέτυπο, να έχει απολεσθεί, ωστόσο ο γονέας του παρόντος και του μέλλοντος, αφήνει περιθώρια για μια αναγέννηση και την εγκαθίδρυση μιας νέας σχέσης, εφόσον παγιωμένα μοτίβα σύνδεσης και σχέσης είναι ανοιχτά προς αλλαγή και ωρίμανση.

Ωστόσο, είναι φυσικά πιθανό να μην υπάρχει ή να είναι επιπρόσθετα δύσκολη μια τέτοια επαναδιαπραγμάτευση, ειδικά όταν το συμβολικό θάνατο του γονέα τον έχει ολοκληρώσει και ένας βιολογικός θάνατος ή όταν έχει γεράσει σε σημείο που να υπάρχει και η δυσκολία όπως εκφράζεται σε δηλώσεις τύπου «Πλέον έχει γεράσει, γιατί να τη στενοχωρήσω» ή «Έχει χάσει το μυαλό του, δε θα καταλάβει καν τι λέω πλέον».

Εφόσον όλες οι εναλλακτικές και τα ενδεχόμενα είναι ελεύθερα να διερευνηθούν, σ’ ένα ασφαλές πλαίσιο όπου ο άνθρωπος μπορεί ν’ αξιολογήσει και να επιλέξει την πορεία που θ’ ακολουθήσει, το βασικό για την επίλυση τέτοιων ζητημάτων είναι η ενσυνείδητη επιλογή και η ενδυνάμωση ώστε ν’ αντέξει το κόστος αυτής, όποια και αν είναι η μορφή που θα πάρει.

Εγείρονται σε αυτό το στάδιο ζητήματα κατανόησης, αποδοχής και συγχώρεσης, με γνώμονα το πως ο άνθρωπος που βιώνει τη δυσφορία θα καταφέρει να προχωρήσει στη ζωή του. Μετά το συμβολικό θάνατο ακολουθεί ο συμβολικός ενταφιασμός και τα συστατικά στοιχεία του γονεϊκού αρχετύπου πλέον δεν είναι μονοπώλιο του γονέα αλλά αναζητώνται και εντοπίζονται τόσο στον ίδιο τον εαυτό όσο και σε άλλους ανθρώπους.

Η φροντίδα, η στοργή, η ασφάλεια, η αποδοχή, η σταθερότητα, η συμβουλή και καθοδήγηση, η παρουσία, η επιβράβευση, η εκτίμηση, το χάδι και η αγκαλιά μπορούν να προσφερθούν από τον ίδιο τον άνθρωπο στον εαυτό του καθώς και από φίλους, ερωτικούς συντρόφους, άλλους συγγενείς, μέντορες κλπ. Τα ελλείμματα, αν και μπορεί να προκύπτουν με βάρβαρους και επώδυνους τρόπους, λειτουργούν και ως μια αφορμή για εξερεύνηση, οδηγώντας σε μια πλουραλιστική και σύνθετη ζωή όπου το παρελθόν παύει να είναι εγκλωβισμός και ανάγεται σε νουθεσία.

Το ταιριαστό άλλο ολόκληρο

Οι άνθρωποι αρχικά ήταν ενωμένοι ανά δύο και κάποτε ο Δίας τους χώρισε με τους κεραυνούς του σε δύο μισά. Έκτοτε, είμαστε καταδικασμένοι να περιφερόμαστε στη γη αναζητώντας το άλλο μας μισό για να νιώσουμε ολόκληροι. Ο Αδάμ και οι απόγονοί του είναι επίσης καταδικασμένοι στην ίδια μοίρα αναζητώντας το κομμάτι που τους λείπει – την Εύα και τους απογόνους της- για να νιώσουν την αντίστοιχη ολοκλήρωση. Αυτές είναι δύο ιδέες-ιστορίες που καλλιεργούν μέσα στους αιώνες την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είμαστε ελλιπείς οντότητες και αναδεικνύουν την αγάπη ως μέσο ολοκλήρωσης και απάντησης σε αυτήν την πεποίθηση.

Με μια τέτοια βάση ωστόσο, η αγάπη όπως και οι άνθρωποι που μετέχουν σε αυτήν, συρρικνώνονται υπαρξιακά. Η αγάπη αποκτά μια χρησιμοθηρική, ανταλλακτική διάσταση. Με τα λόγια του Έριχ Φρομ, καταλήγουμε σε μια διατύπωση τύπου «σε αγαπώ γιατί σε χρειάζομαι» ενώ η πιο έντιμη και ουσιαστική εκδοχή θα ήταν «σε χρειάζομαι γιατί σε αγαπώ». Δεν πρόκειται για ένα φιλολογικό παιχνίδι λέξεων αλλά για μια θεμελιώδη μετατόπιση νοήματος. Όταν η βάση είναι η ανάγκη, πίσω από την οποία κρύβεται αυτή η αίσθηση ελλείμματος, τότε ανοίγει ο δρόμος για εκπτώσεις, συμβιβασμούς, χειριστικές καταστάσεις και μια ανελευθερία για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η αγάπη γίνεται ανταλλακτικό μέσο και εγκλωβιστική συνθήκη. Κάποιος μπορεί να προσφέρει συναίσθημα, δώρα, παραχωρήσεις, ενδεχομένως και ενάντια σε αυτό που επιθυμεί ή του κάνει καλό, από φόβο πχ μη μείνει μόνος. Ο Άλλος γίνεται αντίδοτο στην αίσθηση της μοναξιάς και η αγάπη, από αυτοσκοπός, γίνεται μέσο δωροδοκίας ή έκφρασης ευγνωμοσύνης.

Σε μια πιο ιδανική εκδοχή, μπορούμε να μιλήσουμε για συνάντηση Προσώπων αντί για αναζήτηση βάση ελλείμματος. Σε αυτήν την περίπτωση, αναζητούμε το ταιριαστό μας άλλο ολόκληρο αντί για το άλλο μας μισό. Αυτή είναι μια διεργασία η οποία επιτρέπει στους ανθρώπους να μεγαλώνουν, να ωριμάζουν, να κινούνται ελεύθερα εντός της σχέσης. Τη θέση της επιτακτικής ανάγκης και όλων των αδυναμιών και φόβων που τη συνοδεύουν, την παίρνει η ελεύθερη, συνειδητή επιλογή. Είμαι με τον άλλον γιατί τον επιλέγω και όχι γιατί τον έχω ανάγκη. Είμαι με τον άλλον γιατί εμπλουτίζει περαιτέρω μια ήδη γεμάτη ζωή και όχι για να μην είμαι μόνος μου, το οποίο είναι μια αρνητική διατύπωση. Ως σχέση προσώπων, εμφορείται από τις αξίες του σεβασμού, της ισότητας, της ελευθερίας, της αμοιβαιότητας. Με τα λόγια του Καντ, «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι εφόσον αποτελούν σκοπό και μόνο και ποτέ μέσο ο ένας για τον άλλον».

Σε μια λογική αναζήτησης έτερου μισού, υπερθεματίζεται η ομοιότητα, η σύγκλιση απόψεων, τάσεων, χαρακτηριστικών. Είναι κοινό μοτίβο οι άνθρωποι ν’ αναζητούν μια αντανακλαστική εκδοχή του εαυτού τους, με την ελπίδα ότι έτσι θα εδραιωθεί μια καλύτερη σχέση. Ο κοινός τόπος που είναι το απαιτούμενο εδώ μπορεί να πάρει διάφορες μορφές και είναι δυνατόν είτε να υπάρξει στην αρχή είτε να καλλιεργηθεί και να εδραιωθεί στην πορεία. Σε μια αγάπη μεταξύ Προσώπων το ζητούμενο δεν είναι η ευρεία ομοιότητα μεταξύ των ανθρώπων αλλά η ύπαρξη μιας ταυτότητας που οι διαφορές δεν βιώνονται ως απειλητικές αλλά ως ευκαιρία για αλληλοεμπλουτισμό και σύνθεση. Με βάση τα κοινά χαρακτηριστικά εδραιώνεται η σχέση αλλά είναι μέσω της ενσωμάτωσης των διαφορών και της πληθωρικότητας που δημιουργείται ένας κοινός σχεσιακός τόπος ζωντανός και γόνιμος που βοηθάει και τους δύο ανθρώπους να εξελιχθούν.

Δεν είναι όμως εύκολο. Πολλοί παράμετροι μπορούν να παρεμβληθούν και να διαταράξουν τη γέννηση και την εξέλιξη μιας τέτοιας αγάπης. Η αναζήτηση του άλλου μισού, παρά τις υπεράνθρωπες δυσκολίες που φαίνεται να ενέχει, είναι αρκετά κατευναστική. Καθώς συμμαχεί με τη μοίρα, με όπλα τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τις τέχνες γενικότερα, καλλιεργεί στη συνείδηση του ανθρώπου ότι το απόλυτο είναι εφικτό αλλά και επιθυμητό. Μια αγάπη δίχως κόπο, δίχως προσπάθεια, που απλά συμβαίνει, όπως δύο κομμάτια παζλ που συνενώνονται. Πρόκειται όμως για μια συμβιωτική ένωση, αντίστοιχη με τη σχέση μητέρας εμβρύου, όπου ο άνθρωπος πλέει σε ένα συμβολικό αμνιακό υγρό. Εκεί τα όρια καταργούνται, η σχέση είναι απόλυτη, όλες οι ανάγκες καλύπτονται και η τρομακτική μοναξιά του Εγώ δε βιώνεται. 

Μια τέτοια αγάπη, ενώ φαντάζει γοητευτική με μια πρώτη ανάλυση, έχει στον πυρήνα της μια αδικία, καθώς απαιτείται από τον άλλο, πότε πιο έντονα και πότε πιο διακριτικά, να γίνει το παν. Προσδοκάται η σχέση να καλύψει συναισθηματικά κενά, υπαρξιακές ανησυχίες, καθιστώντας την από σκοπό σε μέσο. Εφόσον κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι βιώσιμο μακροχρόνια, όταν παρέρχεται ο έρωτας ξεκινάει η απομυθοποίηση με όλες τις συνεπαγόμενες απογοητεύσεις και συμβιβασμούς. 

Η αγάπη απαιτεί προσπάθεια, κόπο και φροντίδα, τόσο σε ατομικό όσο και σε σχεσιακό επίπεδο. Οι άνθρωποι που τη μοιράζονται, δεν αρκεί να δουλεύουν για να βελτιώσουν τη σχέση τους αλλά απαιτείται παράλληλα να επενδύουν στην αυτοβελτίωσή τους και πέραν της σχέσης. Μια πλούσια και με νόημα ζωή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια αντίστοιχα πλούσια και με νόημα σχέση. Η αγάπη, όπως και η ευτυχία βρίσκεται παρεμπιπτόντως, στα πλαίσια μιας δημιουργικής και συνειδητοποιημένης πορείας.

Βιβλιογραφία

  • Fromm, E. (1989). The art of loving. New York: Perennial Library.

Συγγράφοντας τη ζωή

Είμαστε οι ιστορίες που αφηγούμαστε, στον εαυτό μας, στους σημαντικούς άλλους, στον κόσμο. Η ταυτότητα ενός πολιτισμού διαμορφώνεται και διαιωνίζεται μεταξύ άλλων με τη βοήθεια των παραμυθιών, των μύθων και θρύλων, της γραπτής και επίσημης ιστορίας. Αντίστοιχα και στην περίπτωση του ανθρώπου, η ταυτότητά μας δημιουργείται μέσα από ανάλογους μηχανισμούς. Η μνήμη ωστόσο είναι μεροληπτική και το τι καταλήγει και με ποιο τρόπο να συμπεριληφθεί στην επίσημη ιστορία είναι αποτέλεσμα επιλογών, συμβάσεων, εξωγενών παραγόντων, πλαισίων και περίπλοκων κινήτρων.

Ξεκινάμε από τη βασική παραδοχή ότι δεν υπάρχει ένα εγγενές νόημα στον κόσμο. Έγκειται στην ευχέρεια του κάθε ανθρώπου το να αποδώσει ένα νόημα, ερμηνεύοντας καταστάσεις και βιώματα, δημιουργός και δημιούργημα του κόσμου που τον περιβάλλει. Όπως αναφέρει η Morgan Alice, στο εισαγωγικό της βιβλίο περί αφηγηματικής θεραπείας, μια ιστορία έχει να κάνει με κάποια γεγονότα, συνδεδεμένα σε μια σειρά, μέσα στην πορεία του χρόνου και σύμφωνα με μια πλοκή.

Ποια γεγονότα όμως επιλέγονται για να σχηματίσουν τον κορμό της ιστορίας και για να την εμπλουτίζουν διαχρονικά; Ο καθένας έχει μια πληθώρα στιγμών, ποικιλόμορφης σημαντικότητας, που απαρτίζουν την πορεία της ζωής του. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μια αφήγηση εγγενούς και μόνιμης αναξιότητας («Αποτυγχάνω σε οτιδήποτε κάνω», «Είμαι άχρηστος»). Είναι πολύ πιθανό σε τέτοιες περιπτώσεις να δίνεται επιπλέον σημασία σε γεγονότα που έρχονται να επιβεβαιώσουν αυτό το αφήγημα, ενώ άλλα που το διαψεύδουν, είτε παρελθοντικά είτε τρέχοντα, να υποτιμώνται ή να παραβλέπονται πλήρως. 

Κάποια κομμάτια της ιστορίας είναι προκατασκευασμένα και ως γεγονότα είναι δεδομένα, όπως η κοινωνία στην οποία γεννιόμαστε, η οικογένεια, το πολιτικό σύστημα. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα της ένταξής τους στην προσωπική πλοκή με έναν φαινομενολογικό τρόπο. Μια δυσχερής παιδική ηλικία, ενώ αφήνει τα σημάδια της δεν είναι ένα απόλυτο πεπρωμένο. Κάποιος μπορεί να βασιστεί σε αυτά ως εμπειρίες ενδυνάμωσης, ευκαιρία μάθησης και ωρίμανσης. Σημαντικό είναι επίσης ν’ αναγνωριστεί ότι κάποια κομμάτια της αφήγησης συν-κατασκευάζονται από σημαντικούς άλλους (πρόσωπα φροντίδας, ερωτικοί σύντροφοι, επαγγελματικές σχέσεις) με τους οποίους μοιραζόμαστε κομμάτια της ζωής και υπάρχει συνδιαμόρφωση μέσα από τη σχέση. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί όμως να μην καταλήξει κάποιος να καταγράφει τη ζωή του, όπως υπαγορεύεται από εξωτερικούς παράγοντες, αντί να τη συγγράφει. Εδώ έγκειται η έννοια της πλοκής και της ικανότητας του κάθε ανθρώπου να καθορίζει το προσωπικό νόημα της ζωής του.

Δεν είναι όλες οι ιστορίες που αφηγούμαστε αληθείς ή ακριβείς. Με τις επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις ωστόσο, αυτές αποκτούν υπόσταση, γίνονται κυρίαρχες και εν τέλει μπορεί να καταλήξουν εγκλωβιστικές και απόλυτες. Παραδείγματος χάριν, μια ιστορία τελειότητας και παντοδυναμίας, ενώ μπορεί κατά περίπτωση να εξυπηρετεί κάποιον (σ’ ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο εργασίας, σε μια ακαδημαϊκή πορεία), δεν αφήνει χώρο για ευαλωτότητα και ευαισθησία. Εναλλακτικές στιγμές δε γίνονται δεκτές, κομμάτια της εμπειρίας καταπιέζονται με σημαντικό ψυχικό κόστος και δεν υπάρχει χώρος για ευελιξία και εξέλιξη. Ενώ το κάθε πλαίσιο μπορεί να εμπλέκει διαφορετικά κομμάτια του προσωπικού αφηγήματος, αν δεν υπάρχει μια εννοιολογική σύνδεση και μια ενιαία, πληθωρική ταυτότητα, προκύπτει μια εσωτερική και διαπροσωπική ακαμψία που οδηγεί σε άγχος, κατάθλιψη, εντάσεις.

Στη διαδικασία της θεραπείας αφήνεται να ξεδιπλωθεί με ασφάλεια η ιστορία του ανθρώπου ως συγγραφέα της πορείας του. Αναγνωρίζεται η ικανότητα και η ευθύνη να γράφει αλλά και να διορθώνει την ιστορία αυτή. Διερευνώνται τα συγκεκριμένα βιώματα που καθόρισαν την ιστορία του, οι συνδέσεις που έκανε, οι συνέπειες που έχουν στο εδώ και τώρα. Ο ίδιος ο άνθρωπος, μέσα από τη διαδικασία, εντοπίζει τα σημεία εκείνα που δεν του ταιριάζουν και που του είναι επιβαρυντικά. Αναζητώνται οι στιγμές εκείνες που δεν συνάδουν με το κυρίαρχο, ανεπιθύμητο αφήγημα. Πχ, ένας άνθρωπος ο οποίος δυσκολεύεται να συνδεθεί με άλλους, θεωρώντας ότι είναι ανίκανος να νιώσει πράγματα και να αφεθεί. Διερευνώντας τα πλαίσια στα οποία κινείται, παρελθοντικές εμπειρίες, σχέσεις με τον εαυτό και με τον κόσμο, εντοπίζονται αφενός κομμάτια της ιστορίας τα οποία γράφτηκαν από άλλους ανθρώπους (θα μπορούσε να είναι ένας ψυχρός και απών γονέας) και αφετέρου εμπειρίες που εναντιώνονται σε αυτό (ένας πολύ καλός φίλος, σχέσεις που δούλεψαν, πλούσιος εσωτερικός κόσμος). Αυτές οι «εξαιρέσεις» γίνονται η βάση πάνω στην οποία χτίζεται μια εναλλακτική ιστορία, πιο κοντά στη συνολική πραγματικότητα του ατόμου.

Εν κατακλείδι, σ’ έναν κόσμο δίχως προκατασκευασμένα νοήματα, ο καθένας έχει την ευθύνη και το προνόμιο να δημιουργήσει μια δική του ιστορία. Όπως και μ’ ένα βιβλίο, υπάρχουν πολλαπλές αναγνώσεις ανάλογα με τη φάση ζωής του αναγνώστη, τις προσδοκίες και τις επιθυμίες του. Η ελευθερία καθορισμού πολλαπλασιάζεται όταν εκτός από αναγνώστες, είμαστε και συγγραφείς του βιβλίου.

Βιβλιογραφία

  • Morgan, A. (2000). What is narrative therapy?: An easy-to-read introduction. Adelaide, S. Australia: Dulwich Centre Publications.

Το πάντα και το ποτέ – Οι απόλυτες έννοιες στη σχέση

«Θα σε θέλω για πάντα». «Δε θ’ αλλάξω ποτέ». «Θα είσαι για πάντα το μικρό μου παιδί» «Δε θα σου το κάνω ποτέ αυτό». Αυτές είναι ενδεικτικά μερικές φράσεις – διακηρύξεις που εκφράζονται στις πιο στενές ανθρώπινες σχέσεις, είτε ερωτικές είτε οικογενειακές. Φράσεις που αποτελούν θεμέλιο λίθο της λογοτεχνίας, της ποίησης, του σινεμά καθώς αποτελούν εκφάνσεις του απόλυτου, του υπερβατικού, του δραματικού. Και ενώ αυτές οι έννοιες ενέχουν μια έντονη γοητεία, δεν εδράζονται στη ρεαλιστική εμπειρία του ανθρώπου και στη ζώσα πραγματικότητα.

Με μια πρώτη ανάγνωση αποτελούν ελκυστικές λέξεις και έννοιες. Οι συμμετέχοντες σε μια σχέση, είτε όταν τις εκφράζουν είτε όταν τις ακούν, βιώνουν την ασφάλεια της διαχρονικότητας. Σε μια ζωή που τα πάντα ρέουν, που οι αλλαγές σε πολλαπλά επίπεδα συμβαίνουν με ταχύτατους ρυθμούς και τα παραδοσιακά υποστηρικτικά συστήματα είτε παρακμάζουν είτε μετασχηματίζονται, υπάρχει κάτι δεδομένο να τους καθησυχάζει και να βασίζονται σε αυτό. Το «πάντα» διασφαλίζει ένα μέλλον, μια συνέχεια και χαρίζει μια προβλεψιμότητα στον άνθρωπο, δουλεύοντας ως οδηγός και ως φάρος.

Αντίστοιχη λειτουργία επιτελεί και το «ποτέ». Η σταθερότητά του έχει μια αποτρεπτική χροιά, ότι δε θα συμβεί κάτι δυσάρεστο στο μέλλον. Ένας χωρισμός, μια απογοήτευση, μια δομική αλλαγή στις δυναμικές της σχέσης, όλα αυτά το «ποτέ» τα ξορκίζει στα πλαίσια μιας μαγικής σκέψης. Διασφαλίζει, με πολύ εύθραυστο τρόπο, τόσο μια σταθερότητα στη σχέση όσο και μια εσωτερική, ατομική σταθερότητα. Οι προεκτάσεις αυτού σε ατομικό επίπεδο είναι ότι ο άνθρωπος που το εκφράζει, αναγάγει την τωρινή του κατάσταση, συμπεριφορά, ψυχοσύνθεση σε μια αμετάβλητη, σταθερή κατασκευή. Ένα ιδανικό τώρα, ένας ιδανικός ή έστω γνώριμος εαυτός θα συνεχίσει ως έχει, δίχως να εγερθούν περίπλοκα ζητήματα ή μια ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης, εσωτερικής ή εξωτερικής. Το θετικό πρόσημο που φέρει το  απόλυτο είναι πως χαρίζει απλόχερα και εύκολα ασφάλεια και θαλπωρή.

Τα «πάντα» και το «ποτέ» είναι τέκνα του απόλυτου. Αυτή είναι η αρνητική τους όψη. Υποθάλπουν μια καθήλωση σε μια συγκεκριμένη χρονικότητα, περιορίζοντας το χώρο για μεγάλωμα. Εμποδίζουν την εξέλιξη, η οποία δεν είναι απαραίτητα θετική ή αρνητική αποκλειστικά. Δημιουργούν συνθήκες προδοσίας που προστίθενται στο συναισθηματικό βάρος της αλλαγής. Ο άνθρωπος που διακηρύσσει ότι ποτέ δε θα κάνει κάτι, παίρνει αυτήν τη θέση δίχως να υπολογίζει τις αναπόφευκτες και απρόβλεπτες αλλαγές. Εάν όντως κάνει αυτό το απευχόμενο κάτι, θα αναγκαστεί είτε ν’ ακυρώσει την εμπειρία του είτε να την αποδεχτεί με το ψυχοφθόρο βάρος της ασυνέπειας, μιας ασυνέπειας αυτο-επιβαλλόμενης. Θα κληθεί να διαχειριστεί τις αλλαγές που προκαλεί στο σχεσιακό του πλαίσιο, τις αλλαγές στην αυτο-εικόνα του καθώς και το βάρος στη συνείδησή του. 

Το απόλυτο περιορίζει ή επιβαρύνει και αυτόν που το δέχεται. Δημιουργεί μια προσδοκία στην οποία ο άλλος θα χτίσει, δημιουργεί μια πίεση για ανταπόκριση με εξίσου απόλυτους όρους, διαφορετικά προκύπτει μια ασυμφωνία στη σχέση με τις συνεπακόλουθες αγκυλώσεις. Μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μια αέναη εναντίωση, απογοήτευση, ανάγκη για επιβεβαίωση («Δεν το περίμενα ποτέ από εσένα», «Θα είσαι για πάντα το παιδί που δεν μπορώ να δω ότι μεγάλωσε» κλπ).

Το ποτέ και το πάντα είναι λεκτικοί περιορισμοί, το φίμωτρο που βάζουμε για να μη δαγκώσουμε ή δαγκωθούμε, δίχως να δίνεται τόση έμφαση στην έννοια της ελεύθερης, ζώσας επιλογής. Οι απόλυτες λέξεις και έννοιες κρύβουν από πίσω ένα «πρέπει», το οποίο είναι μια περιοριστική κατασκευή. Εφόσον εκφράζονται, επιδιώκουν να γίνουν αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Οι εραστές πρέπει να συνεχίζουν να ποθούνται για πάντα με τον ίδιο τρόπο για να μείνουν πιστοί στη δήλωση, το άτομο να ακυρώσει πτυχές της εμπειρίας του για να μην διαψεύσει τον εαυτό του, ένας γονέας να μην αντιλαμβάνεται την εξέλιξη του παιδιού του για να μη χαθεί η ταυτότητά του.

Προχωρώντας σε μια πολυσύνθετη στάση, πιο κοντά στα χαρακτηριστικά της ρέουσας ζωής, ξεκινάμε από μια αποσύνθεση των εννοιών. Χονδρικά, πίσω από τις απόλυτες έννοιες του «πάντα» και του «ποτέ», υπάρχει ένας φόβος και μια επιθυμία. Ενδεικτικά, αντί για το «Θα σε θέλω για πάντα» μπορεί να υπάρξει το «Τώρα σε θέλω, θέλω να συνεχίσω να σε θέλω. Μπορεί να μην είναι για πάντα ή να μην είναι με τον ίδιο τρόπο. Αν δεν είναι για πάντα, θα εκτιμήσω κάθε στιγμή που μοιραζόμαστε ως πολύτιμη. Αν δεν είναι με τον ίδιο τρόπο, θα γνωριστούμε και θ’ αγαπηθούμε με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε τώρα και η ανάγκη του ενός για τον άλλον θα γίνει πιο βαθιά». Αντί για το «Δε θ’ αλλάξω ποτέ», μπορεί να υπάρξει το «Δεν μπορώ να φανταστώ τώρα μια αλλαγή. Ωστόσο αναγνωρίζω ότι είμαι συνέχεια σε μια διαδικασία αλλαγής και κάποια πράγματα όντως έχουν αλλάξει, πότε προς το καλύτερο πότε προς το χειρότερο, και ενίοτε με τρόπους που μ’ εξέπληξαν». Αντί για το «Θα είσαι για πάντα το μικρό μου παιδί», «Φοβάμαι ότι όσο μεγαλώνεις τόσο δε θα με έχεις ανάγκη και το να είμαι γονιός και φροντιστής σου είναι θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς μου. Θέλω να σε έχω ενεργά στη ζωή μου και στην καθημερινότητά μου». 

Με βάση αυτούς τους επαναπροσδιορισμούς των απόλυτων εκφράσεων, οι άνθρωποι μπορούν να βρουν νέους, πλούσιους και ειλικρινείς τρόπους για να επικοινωνούν και να συσχετίζονται. Προσεγγίζοντας τον εαυτό μας και τους άλλους με αυτές τις έννοιες, καλλιεργείται μια σχέση πιο ελεύθερη και εδραιωμένη στο βιωμένο παρόν, μια σχέση Εγώ-Συ κατά Buber αντί για μια σχέση δεσμευτικών στάσεων και δηλώσεων. Μια σχέση η οποία δεν υπολείπεται σε ένταση, βάθος και νόημα, επιτρέποντας παράλληλα στους εμπλεκόμενους να αλλάζουν, να ξαναγνωρίζονται και να επικυρώνουν εκ νέου τη σχέση. Η εμπιστοσύνη δεν είναι προνόμιο του απόλυτου και δεν εδραιώνεται μέσα από μερικές λέξεις αλλά σφυρηλατείται και ισχυροποιείται μέσα από τις δοκιμασίες της ζωής.

Εν κατακλείδι, το «πάντα» και το «ποτέ» αποτελούν ένα φυσικό μέρος της ανθρώπινης πραγματικότητας, όντας εκφράσεις της εγγενούς μας ανάγκης για το υπερβατικό και το θεϊκό. Ταυτόχρονα όμως, την εχθρεύονται και εναντιώνονται σε βασικές της αρχές. Αυτή η φαινομενική αντίφαση είναι μια διαδικασία η οποία είναι αντικείμενο επεξεργασίας στα πλαίσια της θεραπείας. Το ζητούμενο είναι η συνθετότητα, η αναγνώριση και καταληκτική αποδοχή αυτής. Ιδανικά, διατηρείται η ουσία αυτών των εννοιών. Το «πάντα» και το «ποτέ» εκφράζονται ως τάσεις, ως επιθυμίες και ως έμπνευση, ενώ ο άνθρωπος αφήνεται ελεύθερος να αλλάζει, να μεταμορφώνεται και να εμπλουτίζεται, αναλαμβάνοντας με θάρρος ν’ αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα της ζωής και να δρέψει τους καρπούς της έκπληξης, όποιο πρόσημο και αν έχουν.

Η ανάδειξη του προσώπου

Το Πρόσωπο είναι η έννοια που αποτελεί το θεμέλιο λίθο και το στόχο της προσέγγισης του Carl Rogers. Αρχικά εξετάζεται εδώ η τάση πραγμάτωσης, που σε συνδυασμό με την οργανισμική εμπειρία, οδηγούν στην ανάδειξη του Προσώπου και στη συνέχεια αναλύονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της έννοιας και της ζωής που διεξάγει ένα Πρόσωπο. 

Α. Τάση πραγμάτωσης

Το ανθρώπινο ον, στην αντίληψη του Rogers, έχει μια υποβόσκουσα και εγγενή τάση να συντηρεί τον εαυτό του και να κινείται προς τη δημιουργική εκπλήρωση του δυναμικού του. Την τάση αυτή, ο Rogers την ονόμασε τάση πραγμάτωσης, και τη θεωρούσε ότι είναι η μοναδική, βασική κινητήριος δύναμη του ανθρώπου. Όπως και κάθε τι ζωντανό, έτσι και ο άνθρωπος κινείται προς την ανάπτυξη και οι μόνοι περιορισμοί προκύπτουν από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται. Η τάση αυτή δεν οδηγεί τους ανθρώπους σε απόλυτα όμοιους στόχους και επιτεύγματα. Αντίθετα, η πραγμάτωση περιλαμβάνει την έννοια της διαφοροποίησης και της αυτονομίας. Έτσι, η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στην πολυπλοκότητα των ανθρώπινων διαφορών.

Η τάση πραγμάτωσης είναι επιλεκτική και στοχο-κατευθυνόμενη, μια δημιουργική τάση.

Στα πλαίσια της τάσης αυτής, η ζωή καθίσταται μια ενεργή διαδικασία. Είτε το ερέθισμα προέρχεται από μέσα είτε από έξω, είτε το περιβάλλον είναι ευνοϊκό είτε όχι, οι συμπεριφορές ενός οργανισμού κατευθύνονται προς τη διατήρηση, την ανάπτυξη και την αναπαραγωγή. Στη συζήτηση για το τι κινητοποιεί τη συμπεριφορά των οργανισμών, είναι αυτή η τάση πραγμάτωσης που είναι θεμελιώδης. Η τάση αυτή είναι πάντοτε ενεργή, σε όλους τους οργανισμούς και είναι η παρουσία ή απουσία της που καθορίζει το εάν ένα πλάσμα είναι ζωντανό ή όχι. Δεδομένου οπότε της τάσης πραγμάτωσης, έχουμε να κάνουμε μ’ έναν οργανισμό ο οποίος είναι πάντοτε κινητοποιημένος και πάντοτε σε μια διαδικασία. Αυτό οδηγεί και στην πίστη ότι υπάρχει μια κεντρική πηγή ενέργειας στον ανθρώπινο οργανισμό που είναι μια αξιόπιστη λειτουργία ολόκληρου του οργανισμού και όχι μόνο ενός μέρους του. Αυτή η πηγή ενέργειας μπορεί εν τέλει να οριστεί ως τάση πραγμάτωσης, που στοχεύει όχι μόνο στη διατήρηση, αλλά και στην ανάπτυξη του οργανισμού.

Η τάση αυτή, όταν το περιβάλλον είναι δυσχερές και περιοριστικό για τον άνθρωπο, μπορεί να θαφτεί κάτω από πολλαπλά στρώματα ψυχολογικών αμυνών και να κρυφθεί πίσω από προσωπεία. Μπορεί ακόμα και ν’ αμφισβητηθεί η ύπαρξή της αυτή καθαυτή. Αλλά υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο και όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, απελευθερώνεται και εκφράζεται.

Η τάση πραγμάτωσης μερικές φορές αναφέρεται σαν να περιλαμβάνει την ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων του οργανισμού, κάτι που δεν ισχύει. Ο οργανισμός δεν κινείται προς την ανάπτυξη της ικανότητάς του για σωματική δυσφορία ούτε εκπληρώνει τις δυνατότητές του για αυτοκαταστροφικότητα. Μόνο κάτω από ασυνήθιστες ή διαστρεβλωτικές συνθήκες πραγματώνονται τέτοιες δυνατότητες. Η τάση πραγμάτωσης είναι επιλεκτική και στοχο-κατευθυνόμενη, μια δημιουργική τάση.

Τέλος, είναι σημαντικό να γίνει εμφανές, ότι η τάση πραγμάτωσης δεν είναι ένα πράγμα ή μια ξεχωριστή οντότητα. Ένας οργανισμός δεν έχει μια τάση να πραγματώσει ούτε μια τάση πραγμάτωσης, με τον τρόπο που θα είχε, για παράδειγμα, ένα σωματικό μέλος ή μια ασθένεια. Είναι πιο ακριβές και πιο χρήσιμο να ειπωθεί ότι ο οργανισμός είναι μια τάση προς την πραγμάτωση. Η τάση πραγμάτωσης είναι οπότε πρακτικά συνώνυμη με τη ζωή, ένας οργανισμός που είναι ζωντανός τείνει να πραγματώσει.

Β. Πρόσωπο

Οι απόψεις του Rogers για το Πρόσωπο και το νόημα της καλής ζωής, της ευημερίας, βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρία του με ανθρώπους και στη στενή σχέση που ανέπτυσσε στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας. Οπότε, έχουν κατά κύριο λόγο μια εμπειρική και υπαρξιακή βάση, αντί για μια ακαδημαϊκή ή φιλοσοφική.

Το πρώτο και πιο σημαντικό γνώρισμα του «πλήρως λειτουργικού Προσώπου», είναι ένα αυξανόμενο άνοιγμα στην εμπειρία. Τέτοια άτομα είναι ικανά να ακούνε τον εαυτό τους και άλλους και βιώνουν το τι συμβαίνει χωρίς να νιώθουν απειλητικά. Δεύτερον, έχουν την ικανότητα να ζούνε πλήρως στο παρόν και να αντιμετωπίζουν το κάθε τι όπως έρχεται. Με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζουν μια τάση να εμπιστεύονται την εμπειρία αντί να τη φοβούνται. Ως αποτέλεσμα, η εμπειρία γίνεται καθοριστική για τη διαμόρφωση της αναδυόμενης προσωπικότητας, αντί να χρειάζεται να διαστρεβλωθεί για να ταιριάξει με κάποια προκατασκευασμένη αντίληψη της πραγματικότητας. Τρίτο χαρακτηριστικό, είναι η εμπιστοσύνη στην οργανισμική εμπειρία. Τα Πρόσωπα λαμβάνουν υπόψη τις οργανισμικές τους εμπειρίες και είναι οι πιο πολύτιμες πηγές πληροφοριών στην απόφαση του τι πρέπει να κάνουν και πώς να αντιδράσουν σε κάθε δεδομένη συνθήκη.

Στα Πρόσωπα, παρατηρείται μια εσωτερική, υποκειμενική, υπαρξιακή ελευθερία. Είναι η συνειδητοποίηση ότι μπορεί κάποιος να ζήσει εδώ και τώρα με δική του επιλογή, το θάρρος εκείνο που επιτρέπει σε κάποιον να προχωρήσει στην αβεβαιότητα του αγνώστου καθώς επιλέγει τον εαυτό του. Είναι η ανακάλυψη νοήματος εκ των έσω, η οποία προέρχεται από το προσεκτικό άκουσμα των λεπτομερειών αυτού που βιώνει. Είναι το βάρος της ευθύνης της επιλογής και η συνειδητοποίηση ότι το άτομο είναι μια αναδυόμενη διαδικασία και όχι ένα στατικό πράγμα. Το άτομο που σκέφτεται με αυτόν τον βαθύ και θαρραλέο τρόπο, μπορεί να είναι τυχερό και να έχει πολλές εναλλακτικές από τις οποίες μπορεί να διαλέξει στη ζωή, ή να είναι άτυχο και να μην έχει καμία. Η ελευθερία του όμως υπάρχει ανεξαιρέτως, γιατί πηγάζει από μέσα του.

Από μια πολιτική άποψη, το Πρόσωπο, με το να ακούει τα αισθήματα που πηγάζουν από μέσα του, μειώνει την δύναμη και την εξουσία των άλλων πάνω του, την ικανότητα να του καλλιεργούν φόβους, αναστολές, ενοχές, και σταδιακά επεκτείνει την κατανόηση και τον έλεγχο του εαυτού του. Καθώς ο άνθρωπος αποκτά μεγαλύτερη αυτογνωσία και αυτοαποδοχή, καθώς οι άμυνες πέφτουν και ανοίγεται περισσότερο στην εμπειρία, βρίσκει την ελευθερία να μεγαλώσει και να αλλάξει προς κατευθύνσεις πιο φυσικές για τον ανθρώπινο οργανισμό.  Στην περίπτωση του ώριμου ανθρώπου, η ζωή βρίσκεται στα χέρια του, για να τη ζήσει όπως επιλέγει ο ίδιος.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό του Προσώπου, είναι η ανοιχτοσύνη στην εμπειρία. Το άτομο συνειδητοποιεί πιο ανοιχτά τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές του, όπως αυτά βρίσκονται σ’ ένα οργανισμικό επίπεδο. Αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα όπως αυτή βρίσκεται έξω από αυτόν και δεν περιορίζεται σε δικές του κατασκευές που τη διαστρεβλώνουν. Αυτή η ανοιχτοσύνη στην εμπειρία του χαρίζει μια ρεαλιστικότητα στις επαφές με νέα πρόσωπα και καταστάσεις. Οι πεποιθήσεις του δεν είναι άκαμπτες και είναι συμφιλιωμένος με την αβεβαιότητα. Έχει την ικανότητα να δεχθεί συνειδητά την κάθε στιγμή, τον κάθε άνθρωπο, την κάθε κατάσταση όπως είναι χωρίς να διαστρεβλώνει και να καταφεύγει σε ψυχολογικές άμυνες για να διαχειριστεί το καινούριο και το άγνωστο.

Τα Πρόσωπα διακρίνονται από μια βαθιά ανάγκη για αυθεντικότητα. Εκτιμούν την επικοινωνία ως ένα μέσο που μπορούν να πουν τα πράγματα όπως είναι, πέρα από υποκρισία, ψέματα και προσωπεία. Επιδιώκουν επίσης την ολότητα. Δεν τους αρέσει να ζουν σ’ ένα κατακερματισμένο κόσμο και ζητούν την ολότητα της ζωής, όπου έννοιες όπως σώμα και νους, λογική και συναίσθημα δεν είναι διαχωρισμένα αλλά βρίσκονται σε ισορροπία. Είναι άτομα που θέλουν την οικειότητα, ψάχνουν τρόπους να είναι κοντά με τους άλλους, να επικοινωνούν, να μοιράζονται όνειρα και σκοπούς. Τέλος, χαρακτηρίζονται από ένα γνήσιο ενδιαφέρον για τους άλλους ανθρώπους και παρέχουν τη βοήθειά τους όταν παραστεί ανάγκη, με ανιδιοτελή και συμπονετικό τρόπο.

Η έννοια του Προσώπου και ο τρόπος ζωής που συνεπάγεται δεν είναι κάτι το στατικό. Η ζωή είναι μια μεταβαλλόμενη, ρέουσα διαδικασία, στην οποία τίποτα δεν παραμένει στατικό. Όταν είναι πλούσια και γεμάτη εμπειρίες, πρόκειται πραγματικά για μια διαδικασία που ρέει, κάτι το οποίο είναι τρομακτικό και συναρπαστικό την ίδια στιγμή. Το Πρόσωπο αφήνεται στην εμπειρία του για να τον οδηγήσει μπροστά, σε στόχους που ακόμα δεν φαντάζεται. Σε αυτό το πολύπλοκο ρεύμα εμπειρίας που μεταβάλλεται διαρκώς, δεν υπάρχουν αμετάβλητα σημεία. Όταν κάποιος συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία, δεν γίνεται να λειτουργεί με κάποιες άκαμπτες πεποιθήσεις και αρχές. Η ζωή αλλάζει και εξαρτάται κάθε φορά από το πώς κάποιος νοηματοδοτεί την εμπειρία του. Τα Πρόσωπα οπότε δεν είναι στατικές κατασκευές και οι ζωές τους δεν είναι μια παγιωμένη κατάσταση, αλλά βρίσκονται πάντα στη διαδικασία του γίγνεσθαι.

Το Πρόσωπο, έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Σε μια προσωποκεντρική κατάσταση, υπάρχει μια αυξανόμενη αναγνώριση της σημασίας των αισθήσεων όσο και της λογικής, των συναισθημάτων όσο και της διάνοιας. Κάθε εμπειρία βιώνεται με το συναισθηματικό και το γνωστικό της κομμάτι αδιαχώριστα. Το Πρόσωπο αποτινάζει τη σημασία που έχει δοθεί τους τελευταίους αιώνες στο διαχωρισμό αυτών των δύο, ένα διαχωρισμό που έχει μεγάλο κόστος για την ανθρώπινη φύση και εμπειρία. Τα άτομα αυτά επικοινωνούν και αλληλεπιδρούν με όλη τους την ύπαρξη, εκφράζοντας τις εμπειρίες τους και όχι μια ακρωτηριασμένη διανοητική εκδοχή αυτών.

Η διαδικασία αξιολόγησης στην οποία προβαίνει κάθε φορά το Πρόσωπο, έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είναι μια ρέουσα διαδικασία, ευέλικτη, βασισμένη στη συγκεκριμένη στιγμή και στο βαθμό που η στιγμή αυτή βιώνεται ως κάτι το θετικό για την ανάπτυξη και πραγμάτωση του ατόμου. Οι αξίες δεν είναι στατικές, αλλά βρίσκονται σε μια διαρκή αλλαγή. Επίσης, η αξιολόγηση που κάνει το πρόσωπο, δεν είναι μια γενική και μονολιθική διαδικασία, αλλά παρουσιάζει αρκετή διαφοροποίηση ανάλογα με τις συνθήκες και το αντικείμενο. Το σημείο αναφοράς βάση του οποίου γίνεται η αξιολόγηση, είναι εδραιωμένο μέσα στο ίδιο το Πρόσωπο. Είναι η ίδια του η εμπειρία που του παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες και την ανατροφοδότηση. Λαμβάνονται βέβαια υπόψη και οι εξωτερικά προερχόμενες πληροφορίες, αλλά δεν κατέχουν την ίδια σημασία όσο οι προσωπικές του αντιδράσεις.

Επιπλέον, όταν το Πρόσωπο εμπλέκεται στη διαδικασία της αξιολόγησης αφήνει τον εαυτό του να βυθιστεί στην αμεσότητα αυτού που βιώνει, για να αντιληφθεί και να κατανοήσει όλες τις λεπτομέρειες της εμπειρίας. Στον ώριμο άνθρωπο, η αξιολόγηση έχει μεγάλο εύρος και βάθος γιατί δεν λαμβάνει υπόψη μόνο την παρούσα στιγμή αλλά βασίζεται και σε παρόμοιες εμπειρίες του παρελθόντος, χωρίς ωστόσο να εγκλωβίζεται σε αυτές. Εμπιστεύεται το σύνολο του οργανισμού του, τα ένστικτα και τα συναισθήματά του, και όχι μόνο τις σκέψεις του και έχει ως κριτήριο το εάν το αντικείμενο της εμπειρίας συμβάλλει στην πραγμάτωσή του. Εν τέλει, η διαδικασία αυτή δεν είναι εύκολη και το αποτέλεσμά της δεν είναι πάντα σωστό, αλλά επειδή το Πρόσωπο έχει στη διάθεσή του όποια πληροφορία υπάρχει και είναι ανοιχτό στην εμπειρία του, τα όποια λάθη γίνουν μπορούν να διορθωθούν και δεν το παραλύουν.

Για την ανάδειξη του Προσώπου, δεν αρκεί το να υπερνικηθούν τα εμπόδια και οι δυσκολίες που περιορίζουν τον άνθρωπο, αλλά είναι απαραίτητος ο διάλογος, η αληθινά αμοιβαία συνάντηση με κάποιον άλλον. Το Πρόσωπο δεν αναπτύσσεται πλήρως, μόνο μέσω της ταύτισης μεταξύ οργανισμού και εαυτού, αλλά και μέσω της συνάντησης με άλλους. Αναδύεται μέσα από την επί ίσοις όροις συμμετοχή σε μια σχέση που χαρακτηρίζεται από αμοιβαιότητα και ανοιχτοσύνη, κατά την οποία ο ένας συναντά τον άλλο, στον πυρήνα της ύπαρξής του. Πρόκειται για μια σχέση Εγώ-Συ, κατά Buber, με έμφαση στην αυθεντική συνάντηση και όχι στη γνώση του άλλου ως αντικειμένου. Επομένως, η έννοια του Προσώπου, περιλαμβάνει τη διάσταση της αυτονομίας από τη μία πλευρά, και της συνάντησης και της σχέσης από την άλλη. Θεμελιώδεις έννοιες δεν είναι μόνο η ελευθερία, η εμπειρία και η τάση πραγμάτωσης, αλλά και η δυνατότητα του ανθρώπου για συνάντηση και εμπιστοσύνη στη σχέση, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως βασικές προϋποθέσεις για το γίγνεσθαι του Προσώπου.

Βιβλιογραφία

  • Thorne B. (2003), Carl Rogers, London, SAGE Publications Ltd.
  • Rogers C. R. (1978), On Personal Power, London, Constable.
  • Rogers C.R. (1962), In Kirschenbaum H. & Henderson V.L. (Eds) (1990), Carl Rogers Dialogue, London, Constable. 
  • Rogers C. R. (1980), A Way of Being, New York, Houghton Mifflin Company.
  • Tudor K. & Worrall M. (2006), Person-Centred Therapy – A Clinical Philosophy, Hove, Routledge.
  • Rogers C. R. (1964), Toward a Modern Approach to Values: The Valuing Process in the Mature Person, In Kirschenbaum H. & Henderson V.L. (Eds) (1990), Carl Rogers Dialogue, London, Constable.
  • Μουλαδούδης Γ. Αθ. (2002), Η έννοια του προσώπου στο έργο του Martin Buber και του Carl Rogers. Συγκριτική μελέτη – Εφαρμογές στη συμβουλευτική και στην παιδαγωγική, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα.

«Μεταφράζοντας το ανείπωτο»

Ψηφιακή και αναλογική επικοινωνία

Η ανθρώπινη επικοινωνία μπορεί να χωριστεί σε δύο βασικά είδη, την ψηφιακή και την αναλογική. Η ψηφιακή επικοινωνία είναι μια λεκτική επικοινωνία, η οποία αφορά τη χρήση του λόγου σε οποιαδήποτε μορφή με σκοπό να επικοινωνήσει ένα μήνυμα. Ως αναλογική επικοινωνία ορίζεται η μη λεκτική επικοινωνία. Αυτή περιλαμβάνει κυρίως τις χειρονομίες και την κίνηση του σώματος καθώς και όλο το εύρος των εξωλεκτικών ενδείξεων (τόνος και χροιά φωνής, το βλέμμα, την έκφραση του προσώπου κλπ).

Η ψηφιακή επικοινωνία, ως λόγος, προέκυψε αργότερα στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου και είναι ικανή να μεταδώσει πιο σύνθετες σκέψεις και αλληλουχίες βιωμάτων και σχέσεων.

Το κύριο όφελός της είναι η ικανότητα να επικοινωνείται ένα εύρος πληροφοριών και να επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση. Η αναλογική επικοινωνία από την άλλη, καθώς βρίσκεται πιο κοντά στο ζωντανό πυρήνα του ανθρώπου, είναι ικανή να μεταδώσει, με έναν σχεδόν μυστικιστικό τρόπο, τα πιο εγγενή ένστικτα και συναισθήματα, σε μια πιο καθάρια μορφή, αδιαμεσολάβητα από κοινωνικές συμβάσεις και νοητικούς περιορισμούς. Παρά τη διαφορετική τους φύση ωστόσο, λειτουργούν απολύτως συμπληρωματικά, για να αποτυπώσουν την πολυεπίπεδη ανθρώπινη συνθήκη, τόσο αναφορικά με το περιεχόμενο όσο και με την όψη της σχέσης.

Δε λειτουργούν όμως πάντα σε συμφωνία και αρμονικά. Προκύπτουν συχνά δυσκολίες στη μετάφραση του ενός είδους επικοινωνίας στο άλλο. Ένα βασικό ζήτημα είναι η λεκτικοποίηση του συναισθήματος. Ενώ ο πλούτος της γλώσσας έχει προνοήσει για τις κατάλληλες λέξεις που αντικατοπτρίζουν ακόμα και διακυμάνσεις του ίδιου συναισθήματος, παρ’ όλα αυτά καμία λέξη δεν μπορεί για παράδειγμα ν’ αποτυπώσει πλήρως την ένταση ενός χαδιού που υποδηλώνει στοργή. Το ίδιο ισχύει παραδόξως και αντίστροφα. Από μόνη της η αναλογική επικοινωνία επίσης δεν είναι αρκετή. Ένα χάδι είναι ένδειξη στοργής αλλά η ποιότητα, το μέγεθος, η έκταση ακόμα και οι επιφυλάξεις δεν μπορούν να μεταδοθούν και να κατανοηθούν πλήρως δίχως τις λέξεις.

Μια ακόμα διάσταση αυτής της συζήτησης είναι οι διάφορες «μεταφράσεις» που συντελούνται. Κάθε άνθρωπος νιώθει και εκφράζεται με έναν ιδιαίτερο, προσωπικό τρόπο. Η αναλογική επικοινωνία του ενός δεν ταυτίζεται απαραίτητα σ’ επίπεδο ερμηνείας με αυτή ενός άλλου ανθρώπου. Ένα σφιγμένο σώμα μπορεί να παρερμηνευθεί από τον άλλο ως ένδειξη θυμού ή επιθετικότητας ενώ μπορεί κάλλιστα να είναι ένδειξη συστολής ή άγχους. Η ψηφιακή επικοινωνία, η λεκτικοποίηση αυτής της έντασης, βοηθάει στην αποφυγή παρεξηγήσεων και παρερμηνειών. Αντίστοιχα, η εκδήλωση τρυφερότητας ή αγάπης, ενώ για τον άνθρωπο που την επικοινωνεί μπορεί να είναι γνήσια και επαρκής ως έκφραση, ενδέχεται για τον άλλον που τη λαμβάνει να θεωρείται κενή και θεωρητική, ιδιαίτερα αν έχει πληγωθεί στο παρελθόν. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να απαιτείται και η αναλογική επικοινωνία για να διευκολυνθεί η επικοινωνία, π.χ. με τη συνοδεία μιας αγκαλιάς. Οι προσωπικές μας μεροληψίες, οι αναπαραστάσεις που έχουμε, τα βιώματά μας, παρεμβάλλονται στην ερμηνεία της επικοινωνίας και στη μετάφραση αυτής στα διαφορετικά επίπεδα.

Είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ότι και τα δύο είδη επικοινωνίας είναι βάσιμα και έγκυρα. Επειδή κάποιος είναι πιο εξοικειωμένος με την ψηφιακή επικοινωνία και δεν μπορεί να εκφράζεται άνετα με το σώμα του, δε σημαίνει ότι δε νιώθει και δε συναισθάνεται γνήσια. Επειδή το προσωπικό στυλ κάποιου άλλου μπορεί να εδράζεται κατά κύριο λόγο στην αναλογική επικοινωνία και δεν έχει τη λεκτική ευχέρεια, δεν σημαίνει επίσης ότι η εκδήλωσή του υπολείπεται σ’ ένταση ή βάθος. Ιδανικά, και όταν δεν υπάρχουν διάφορες ψυχικές αγκυλώσεις, ο άνθρωπος μπορεί να κινείται ελεύθερα και να επιλέγει μεταξύ των δύο κατά το δοκούν, όντας παράλληλα δημιουργικός με το συνδυασμό και τη σύνθεσή τους σε μια ολιστική επικοινωνία και σχέση.

Το μοντέλο μπορεί να αναχθεί, πέρα από τις καθημερινές σχέσεις, και στη ψυχοθεραπεία. Ο Ίρβιν Γιάλομ μιλάει για θεραπευτική πράξη αντί για θεραπευτική λέξη. Με αυτήν την έννοια φέρνει στο προσκήνιο τη σημασία της σύνθεσης της ψηφιακής και της αναλογικής επικοινωνίας, όπου η πράξη είναι το πεδίο που και τα δύο είδη συναντώνται. Αυτό που δρα θεραπευτικά, που επιτρέπει μια γνήσια συνάντηση προσώπων, δεν είναι μια συγκεκριμένη φράση αλλά ότι εκείνη τη στιγμή υπάρχει ένας άνθρωπος που τη λέει με ενδιαφέρον και νοιάξιμο, όπως αυτά αποτυπώνονται στο βλέμμα του ή τη στάση του σώματός του.

Και με τα λόγια του ποιητή:

« … αφού έμαθα να γράφω μονάχα στη γλώσσα της αγαπημένης,
μια γλώσσα με αφθονία διφθόγγων και ιαχών
με σιωπές και ρηξικέλευθα σημεία στίξης. 
Οι άνθρωποι που τη μιλούν δε βαδίζουν πια ή είναι ακόμα αγέννητοι
και τη μιλούν πότε με λόγια
 πότε με τα χέρια και τα χείλη
ταξιδεύοντας για να βρουν τη στιγμή και την εικόνα
που φέρει το νόημα που αποζητούν»

Βιβλιογραφία

  • Watzlawick P., Bavelas J.B., Jackson D.D. (1967), Pragmatics of human communication, W.W. Norton & Company, New York – London
  • Yalom, Irvin D. The Gift of Therapy: An Open Letter to a New Generation of Therapists and Their Patients. New York: HarperCollins, 2002

Η διαδικασία της θεραπείας στην ανθρωπιστική προσέγγιση του Καρλ Ρότζερς

Η διαδικασία της θεραπείας μπορεί να διαχωριστεί σε επτά στάδια, τα οποία αποτελούν περισσότερο ορόσημα παρά μια αυστηρά γραμμική εξέλιξη. Πρόκειται για μια ζώσα, δυναμική διεργασία η οποία για κάθε άνθρωπο έχει διαφορετικούς χρόνους και ρυθμούς, με τις παλινδρομήσεις να είναι ένα φυσικό και αναμενόμενο κομμάτι της.

Στο πρώτο στάδιο ο πελάτης είναι απρόθυμος να αποκαλύψει πολλά για τον εαυτό του, τα συναισθήματα και τα προβλήματα δεν αναγνωρίζονται και η εσωτερική του επικοινωνία είναι μπλοκαρισμένη. 

«Η θεραπεία επιδρά επίσης στην εμπειρία και τη συνείδηση.»

Στο δεύτερο στάδιο όπου η άνευ όρων αποδοχή που επιδεικνύει ο θεραπευτής αρχίζει να βιώνεται από τον πελάτη, ο λόγος του κάπως χαλαρώνει, μιλάει περισσότερο για συναισθήματα και προσωπικά νοήματα αλλά με έναν περιορισμένο και απρόσωπο τρόπο, ενώ τα βιώματά του περιορίζονται από τη δομή του παρελθόντος. 

Στο τρίτο στάδιο και καθώς συνεχίζει η χαλάρωση που προέρχεται από την αποδοχή, ο πελάτης εκφράζεται περισσότερο για τον εαυτό του, για σκέψεις και συναισθήματα, αλλά αποκαλύπτει κυρίως παρελθοντικές εμπειρίες και εκφράζεται για τον εσωτερικό του κόσμο σαν να είναι ένα αντικείμενο ή από την οπτική γωνία τρίτων. 

Στο τέταρτο στάδιο όπου ο πελάτης αισθάνεται αποδεκτός και κατανοητός, οι νοητικές του κατασκευές και άμυνες αρχίζουν να χαλαρώνουν. Τα συναισθήματα περιγράφονται με πιο προσωπικούς όρους ενώ ξεκινούν να βιώνονται στο παρόν, το βίωμα επηρεάζεται λιγότερο από το παρελθόν, η ερμηνεία της εμπειρίας χαλαρώνει, υπάρχει μια αυξανόμενη διαφοροποίηση συναισθημάτων, σκέψεων, δομών και αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές οι ανακολουθίες ανάμεσα στο βίωμα και τον εαυτό. 

Στο πέμπτο στάδιο αποδεσμεύεται η οργανισμική εμπειρία, τα συναισθήματα εκφράζονται ελεύθερα, ο πελάτης αρχίζει να ανακαλύπτει πτυχές του εαυτού που αγνοούσε ή καταπίεζε, υπάρχει μια άνοδος όσον αφορά την αίσθηση ευθύνης για τη ζωή του, ενώ η εμπειρία αρχίζει να ερμηνεύεται με πιο χαλαρούς και διευρυμένους τρόπους. 

Στο έκτο στάδιο ο πελάτης βιώνει το συναίσθημα με αμεσότητα και με όλη του την πολυπλοκότητα και ένταση, ζει υποκειμενικά την εμπειρία, ο εαυτός ως αντικείμενο τείνει να εξαφανιστεί, η εσωτερική επικοινωνία είναι ελεύθερη και ανεμπόδιστη ενώ η ασυμφωνία μεταξύ εμπειρίας και αυτοεικόνας γίνεται έντονα αντιληπτή καθώς αρχίζει να μειώνεται. 

«Το άνοιγμα προς τα εσωτερικά και εξωτερικά βιώματα που λαμβάνει μέρος στη θεραπεία συνδέεται με την αποδοχή άλλων ατόμων και το άνοιγμα προς αυτά.»

Στο έβδομο στάδιο ο ρόλος του θεραπευτή μειώνεται καθώς ο πελάτης, απελευθερωμένος, βασίζεται στις δικές του δυνάμεις για να προχωρήσει. Στο τελικό αυτό στάδιο, τα συναισθήματα, νέα και παλιά, βιώνονται πλήρως και μπορούν να μεταδοθούν πλήρως, ο πελάτης αποκτά μια αίσθηση αποδοχής και κυριότητας απέναντι στις εσωτερικές του διεργασίες, η εμπειρία γίνεται μια ρευστή διαδικασία, ελεύθερη από τους δομικούς περιορισμούς των πρώτων σταδίων, οι προσωπικές κατασκευές χαλαρώνουν και ο εαυτός ταυτίζεται πλέον με την οργανισμική εμπειρία και το βίωμα.

Όταν η θεραπεία πάει καλά, η αυτοεικόνα του πελάτη αλλάζει, και από το σημείο που ήταν φτωχή και εκφραζόταν σε συμπεριφορές που έτειναν να ενισχύουν την αρνητική εκτίμηση του εαυτού, καταλήγει να προσεγγίζει την ουσιαστική αξία του συνολικού οργανισμού. Την αλλαγή αυτή, ακολουθεί και η συμπεριφορά του πελάτη η οποία αρχίζει να αντικατοπτρίζει τη βελτίωση και να εμπλουτίζει περαιτέρω την αντίληψη του εαυτού.

Η θεραπεία επιδρά επίσης στην εμπειρία και τη συνείδηση. Καθώς ο πελάτης ανοίγεται στην εμπειρία του, αντιλαμβάνεται ότι ο οργανισμός του είναι αξιόπιστος. Βιώνει λιγότερο φόβο απέναντι στις συναισθηματικές αντιδράσεις που έχει. Υπάρχει μια αυξανόμενη εμπιστοσύνη, ακόμα και συμπάθεια, για το περίτεχνο και πλούσιο σύνολο συναισθημάτων και τάσεων που υπάρχουν μέσα του σε οργανικό επίπεδο. Η συνείδηση, αντί να είναι ο φύλακας επικίνδυνων και απρόβλεπτων παρορμήσεων, γίνεται απλά ένα μέρος ενός συνόλου παρορμήσεων, συναισθημάτων και σκέψεων, τα οποία αυτοδιαχειρίζονται ικανοποιητικά όταν δεν είναι καταπιεστικά φυλαγμένα.

Ο πελάτης ξεκινάει ν’ απομακρύνεται, στην αρχή διστακτικά και με φόβο, από τα προσωπεία που χρησιμοποιούσε πριν, από τον εαυτό που δεν είναι αληθινός, και κινείται προς τα να γίνει αυτός που πραγματικά είναι, αν και μπορεί στην αρχή να μη γνωρίζει τι ακριβώς είναι αυτό. Απομακρύνεται επίσης από την καταπιεστική και περιοριστική εικόνα αυτού «που οφείλει να είναι». Δεν καθορίζεται πλέον και δε ζει σύμφωνα με το πώς τον θέλουν οι άλλοι να είναι και από τις προσδοκίες εκείνων, αλλά βασιζόμενος στην ελευθερία που του παρέχεται στη θεραπεία, θέτει τους δικούς του στόχους και ξεκινάει να αυτοκαθορίζεται.

Αυτή η απόταξη όμως των κοινωνικών «πρέπει» και η αυξανόμενη αίσθηση αυτονομίας, δεν ταυτίζεται με απομόνωση και εγωκεντρικότητα. Το άνοιγμα προς τα εσωτερικά και εξωτερικά βιώματα που λαμβάνει μέρος στη θεραπεία συνδέεται με την αποδοχή άλλων ατόμων και το άνοιγμα προς αυτά. Καθώς ο πελάτης αναπτύσσει την ικανότητα να αποδέχεται και να εκτιμά τα δικά του βιώματα, οδεύει παράλληλα προς την αποδοχή και την εκτίμηση των βιωμάτων των άλλων. Επίσης, επιδεικνύει λιγότερα νευρωσικά και ψυχωσικά χαρακτηριστικά και περισσότερα χαρακτηριστικά ενός υγιούς ανθρώπου, ενώ γίνεται πιο ρεαλιστικός στις απόψεις του για την προσωπικότητα και τη ζωή του. Στη συμπεριφορά του επιδεικνύει ανάλογες αλλαγές. Αποθαρρύνεται λιγότερο από το καθημερινό άγχος και ξεπερνάει τις αποτυχίες πιο γρήγορα. Γίνεται πιο ώριμος, λιγότερο αμυντικός, πιο προσαρμοστικός, ικανότερος να αντιμετωπίσει δημιουργικά τις καταστάσεις. 

Συνοπτικά, μέσα στη ζεστασιά και την κατανόηση της θεραπευτικής σχέσης, ο πελάτης αφήνει πίσω προσωπεία που χρησιμοποιούσε τόσο απέναντι στον κόσμο όσο και απέναντι στον εαυτό του, εξερευνεί στοιχεία του χαρακτήρα του που άλλοτε φοβόταν και αγνοούσε. Έτσι, σταδιακά γίνεται όλο και περισσότερο ο εαυτός του, όχι ένα προσωπείο συμμόρφωσης και άμυνας, αλλά μια ζώσα, ρέουσα, ευαίσθητη και αμφίρροπη διαδικασία, γίνεται δηλαδή Πρόσωπο.

Βιβλιογραφία

  • Rogers C. R. (1961), On Becoming a Person, London, Constable. Ελληνική Έκδοση: H Γένεση του Προσώπου, (2006),Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
  • Thorne B. (2003), Carl Rogers, London, SAGE Publications Ltd.
  • Tudor K. & Worrall M. (2006), Person-Centred Therapy – A Clinical Philosophy, Hove, Routledge.

Η σημασία της χρονικότητας στους διαπληκτισμούς

Μια από τις πιο δημοφιλείς έννοιες που έχουν προκύψει και αναπαράγονται τα τελευταία χρόνια είναι αυτή του timing ή χρονικότητας. Ενώ συνήθως χρησιμοποιείται αναφορικά με τη σύναψη των ερωτικών σχέσεων, η συνάφειά της δεν εξαντλείται εκεί. Αντιθέτως, έχει εφαρμογή και στη συνέχεια της σχέσης και δεν περιορίζεται μόνο σε ερωτικής φύσεως συστήματα. Ένα καλό παράδειγμα είναι η περίπτωση των εντάσεων και συνεπακόλουθων διαπληκτισμών. 

Πότε μαλώνουν οι άνθρωποι; Με ποιον; Για ποιο ακριβώς πράγμα;

Αυτές είναι κάποιες ερωτήσεις που στην ανάλυσή τους καταδεικνύουν τη σημασία που έχει ο χρόνος στη διαμόρφωση της επικοινωνίας και την ενδεχόμενη επίλυση ή μη της σύγκρουσης. 

Πότε;

Φυσικά η ανθρώπινη αλληλεπίδραση και ειδικά οι πιο θυμικές της εκφάνσεις δεν μπορούν και δε θα έπρεπε να είναι προϊόν προγραμματισμού. Οι εντάσεις προκύπτουν συχνά αιφνιδιαστικά και για λίγο ή πολύ απαιτούν την προσοχή μας και την άμεση διαχείρισή τους.

Ένας διαπληκτισμός ο οποίος λαμβάνει μέρος στο τέλος μιας κοπιαστικής ημέρας νομοτελειακά θα φέρει και την ένταση της ημέρας (δουλειά, υποχρεώσεις, κούραση). Σε ένα άλλο παράδειγμα, αν συμβαίνει πριν τη λήξη μιας προθεσμίας (επαγγελματική, ακαδημαϊκή, κάποιο ζήτημα υγείας), αυτή η στρεσογόνα αναμονή θα συνεισφέρει τη δική της ένταση στο διαπληκτισμό, αν μη τι άλλο αξιοποιώντας τον ως μορφή εκτόνωσης. Αφού είναι άτοπος ένας προγραμματισμός του καυγά, είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νου το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο προετοιμάζεται και εκφράζεται για να γνωρίζουμε τι άλλο μπορεί να υπεισέρχεται σ’ αυτόν. Διότι αυτό μπορεί να είναι που διογκώνει άνευ λόγου και παρατείνει τη διάρκεια του καυγά, δίχως να του επιτρέπει ν’ ακολουθήσει τη φυσική του πορεία.

Ενώ η ένταση, λοιπόν, μπορεί να απαιτεί την προσοχή μας ακόμα και όταν δεν είναι βολικό και οι συνθήκες είναι αντίξοες, είναι επιβαρυντικό για τη σχέση ν’ αγνοείται τελείως ή ν’ αναβάλλεται δίχως να συζητηθεί έστω στοιχειωδώς. Μπορεί να οριστεί συναινετικά μια άλλη χρονική στιγμή που θα συζητηθεί, λαμβάνοντας έτσι υπόψη τη χρονικότητα και λειτουργώντας παράλληλα με σεβασμό στη σχέση. Χρήσιμη είναι εδώ η έννοια της άνω τελείας, η οποία ενώ μεν διακόπτει τη ροή του λόγου, το κάνει μ’ έναν τρόπο που επιτρέπει στον αναγνώστη να πάρει μια ανάσα και να συνεχίσει με πιο εύρυθμο τρόπο, σε αντίθεση με την τελεία που διακόπτει απόλυτα την πρόταση. Αν τη διακόψει ωστόσο πριν ολοκληρωθεί το νόημα, έχουμε μια ασύνδετη σύνταξη που δημιουργεί σύγχυση και δυσφορία. Στα πλαίσια της σχέσης αυτό παίρνει τη μορφή πχ. «Ήταν μια δύσκολη μέρα και το συζητάμε εδώ και μία ώρα. Ας πάμε για ύπνο και το συνεχίζουμε αύριο (άνω τελεία) ή «Δουλεύω όλη μέρα, δεν μπορώ να σε ακούσω, πάω για ύπνο (τελεία).

Με ποιον;

Μαθαίνουμε από το παρελθόν μας, από τις προηγούμενες σχέσεις, από τις πρώτες μας επαφές με τους γονείς και αυτή η βιωμένη γνώση μας διαμορφώνει σε διάφορους βαθμούς και μας συνοδεύει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Μαθαίνουμε μοτίβα δράσης – αντίδρασης, κάνουμε υποθέσεις και αυτές οι διεργασίες βοηθούν, μέχρι ενός σημείου, στην επιβίωση και την ανάπτυξή μας. Είναι όμως και τα φαντάσματα που κουβαλάμε στη ράχη μας, έτοιμα να καταλάβουν το σώμα ενός συντρόφου, ενός φίλου, μιας γονεϊκής μορφής.

Σε συνθήκες έντασης, το βίωμα της αλληλεπίδρασης ανάγεται σε έναν εν δυνάμει σχεσιακό και συναισθηματικό κίνδυνο και βρισκόμαστε ενστικτωδώς σε μια κατάσταση εγρήγορσης και άμυνας. Σε μια τέτοια κατάσταση εσωστρέφειας και μη σύνδεσης, δε δύναται να υπάρξει μια βαθιά συνάντηση με τον άλλον ως παρούσα ολότητα. Συνεπώς γίνεται πιο εύκολο το να προβληθούν πάνω στον άλλον παρελθοντικές εικόνες και πρόσωπα. Επίσης η σχέση μπορεί να είναι και αντίστροφη, δηλαδή κάτι που μπορεί να θυμίζει παρελθοντικές εικόνες και πρόσωπα να προκαλεί αντανακλαστικά μια στάση άμυνας, η οποία δημιουργεί απόσταση και αποτρέπει μια ενδεχόμενη διάκριση συμπεριφορών και ίαση τραυμάτων. 

Φυσικά τέτοιου είδους προβολές, πέρα από το αυτονόητο ότι κάποιες φορές μπορεί όντως να ταυτίζονται τα χαρακτηριστικά και οι συμπεριφορές, είναι αναμενόμενες σ’ ένα βαθμό και δεν είναι καταδικαστέες. Το σημαντικό είναι η αναγνώριση τους όταν συμβαίνουν έτσι ώστε να μην επιβαρύνεται η σχέση και η ενεργή αλληλεπίδραση με παρελθοντικά κατάλοιπα. Εφόσον αναγνωριστεί, μπορεί ν’ αποτελέσει και μια εξαιρετική ευκαιρία για επεξεργασία των καταλοίπων αυτών in vivo, από μια πιο ώριμη φάση ζωής και σ’ ένα πιο υγιές πλαίσιο.

Για ποιο ακριβώς πράγμα;

Είναι συνήθης πρακτική κάποια ζητήματα, ειδικά όταν δε διαφαίνεται μια άμεση λύση ή το έδαφος δεν είναι πρόσφορο για ανάλυση, να «μπαίνουν κάτω από το χαλί». Ωστόσο το τραύμα πάντα θα επιζητάει την επίλυσή του και θα επανέρχεται στην επιφάνεια μέχρι να επουλωθεί. Έτσι μπορεί να συμβαίνει με αφορμή μια τυχαία ένταση ή σύγκρουση να προκύπτουν στην κουβέντα και παρελθοντικά, άλυτα ζητήματα και αγκυλώσεις.

Μια τέτοια -φαινομενική- τυχαιότητα μπορεί αφενός να εκτροχιάσει την κατάσταση αλλά μπορεί να είναι και μια ευκαιρία για ετεροχρονισμένη επίλυση. Αν υπάρχει κάποια συνάφεια μεταξύ των δύο ή περισσότερων σημείων τριβής, το να εξευρεθεί ένα μονοπάτι, ένας οδηγός διαχείρισης τρόπον τινά στην παρούσα φάση, τότε αυτό μπορεί να έχει εφαρμογή σε κάθε αντίστοιχη διαφωνία, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις και προσαρμογές κάθε φορά, επιλύοντας τόσο το τρέχον ζήτημα όσο και αντίστοιχα που συνέβησαν ή θα συμβούν. Δε χρειάζεται ν’ ανακαλύπτεται ο τροχός σε κάθε σύγκρουση και η σχέση αναπτύσσει τα εργαλεία για την αυτορρύθμιση της. 

Αυτή όμως η παρείσφρηση του παρελθόντος στο παρόν μπορεί να λειτουργεί επιβαρυντικά εις βάρος του δεύτερου και να διογκώνει την ένταση. Μιλώντας μεταφορικά, το χαλί έχει περιορισμένη χωρητικότητα και αναπτύσσει ένα δικό του οικοσύστημα, όπου ό,τι έχει καταχωνιαστεί και απομονωθεί εκεί δεν είναι παγωμένο στο χρόνο. Μεγαλώνει και αναπτύσσεται εν κενώ και με εσωστρέφεια, τρεφόμενο από μια παγωμένη στο χρόνο ένταση, δίχως τη δυνατότητα να αλληλεπιδράσει με προσαρμοστικό τρόπο με την πραγματικότητα της σχέσης. Φτάνει στο σημείο λοιπόν να εκφράζεται με εκρηκτικό συνήθως τρόπο. 

Θα ήταν χρήσιμο αντί να κρύβονται και να καταπιέζονται εντάσεις, διαφωνίες, δυσφορίες, να βγαίνουν στο φως στην ώρα τους, να συζητιόνται και ν’ απαντώνται. Ακόμα και αν πρόκειται για κάτι το άλυτο του οποίου η ανάλυση θεωρείται αδιέξοδη, μπορεί ν’ αναγνωριστεί ως τέτοιο στο παρόν, και να θεωρηθεί ως μια δομική διαφοροποίηση ιδεών, στάσεων, απόψεων, προτιμήσεων που έχει και αυτό το χώρο του στη σχέση, ανοιχτά όμως και με κοινή συναίνεση, αντί για κάτι το κρυφό και το καταπιεσμένο που καρτερεί να βγει στην επιφάνεια και να δυναμιτίσει. Δεδομένου ότι είναι αδύνατον δύο άνθρωποι να ταυτίζονται πλήρως, τέτοιους είδους δομικές διαφοροποιήσεις είναι πλέον φυσικές και αναμενόμενες, δίχως να καταδεικνύουν απαραίτητα ένα πρόβλημα στη σχέση. Φυσικά κάποιες διαφοροποιήσεις μπορεί να έχουν, βάση προσωπικού νοήματος, θεμελιώδη αξία και να μην είναι εφικτή η συνέχιση της σχέσης όταν εντοπίζονται. Εκεί προκύπτουν ζητήματα επιλογής και προτεραιοτήτων.

Εν κατακλείδι, δίχως να δύναται να γίνει μια εξαντλητική ανάλυση της διάστασης της χρονικότητας στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση, ένα χρήσιμο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι γενικά μια γόνιμη σχέση είναι αυτή που μαθαίνει από το παρελθόν και εμπνέεται από το μέλλον. Η σχέση αυτή η οποία είναι εδραιωμένη στο τώρα, βιωμένη στο παρόν, ελεύθερη ν’ ανθίσει ή να αποπνεύσει βάση του δυναμικού της και όχι λόγω ετερόκλητων χρονικά παραγόντων, πιστή στον εαυτό της.