Ο μικρός θάνατος του χωρισμού

«Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω.»

Μια γυναίκα – Τάσος Λειβαδίτης

«Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εκείνη», «Δε θα τον ξεπεράσω ποτέ», «Δεν το χωράει ο νους μου ότι με άφησε», «Και τώρα, τι;». Αυτές είναι μερικές ενδεικτικές δηλώσεις ανθρώπων που αγωνίζονται να διαχειριστούν την απώλεια, αιφνίδια ή αναμενόμενη, ενός αγαπημένου ή αν μη τι άλλο, οικείου, συντρόφου. Ο χωρισμός προσομοιάζει σε βίωμα και συναισθήματα αυτά που βιώνει κάποιος ενώπιον του θανάτου. Καθώς με τη διάρρηξη μιας σχέσης έρωτα και συντροφικότητας χάνεται ένας κοινός κόσμος, ένα συνδιαμορφωμένο σύστημα αξιών, θέασης της πραγματικότητας και καθημερινότητας, ο χωρισμένος εισέρχεται σε μια κατάσταση πένθους. Ο κόσμος δε θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος.

Ο χωρισμός, θεωρημένος από τη σκοπιά του πένθους, συμπεριλαμβάνει τα στάδια της άρνησης, θυμού, διαπραγμάτευσης, θλίψης, αποδοχής. Μια κοινή πεποίθηση, η οποία στην πραγματικότητα διαψεύδεται, είναι ότι πρόκειται για μια γραμμική πορεία η οποία οφείλει να εξελίσσεται σταθερά και νομοτελειακά μέχρι μια κατάσταση λήθης. Η προσδοκία αυτή, ενώ με μια πρώτη ματιά προσφέρει μια ανακούφιση στον άνθρωπο που πονάει, φέρει στους κόλπους της μια ματαίωση η οποία έρχεται να περιπλέξει και να επιβαρύνει μακροπρόθεσμα όταν δεν επιβεβαιώνεται. Όταν έχοντας κλάψει, βρίσει, σκεφτεί λογικά, έχοντας ενδεχομένως προχωρήσει με άλλους ανθρώπους, κάτι παραμένει και επαναφέρει το τραύμα ζωντανό.

Πανδαμάτωρ χρόνος αναφέρει η αρχαία ρήση αναδεικνύοντας τη διάσταση του χρόνου στη διαχείριση και νοηματοδότηση του τραύματος. Όχι ωστόσο με μια αστόχαστη λογική, πέρα και έξω από τον ίδιο τον άνθρωπο, ως να ήταν η επούλωση μια μηχανιστική διαδικασία που συμβαίνει ερήμην μας και δίχως τη δικιά μας συμβολή και επιρροή. Ο χρόνος όντως μπορεί να λειτουργήσει καταπραϋντικά αναφορικά με τη συνήθεια ως προς την ένταση του πόνου και το πρώτο σοκ, δίνοντας χώρο στον άνθρωπο με το πέρασμά του ώστε να προβεί σε μια συνειδητή επεξεργασία και ν’ αποδώσει ένα νόημα σε αυτό που του συνέβη. Απόλυτα κατανοητό, υπάρχει μια βιασύνη στην επούλωση του τραύματος, στο να σταματήσει να πονάει, να σκέφτεται, ν’ αναπολεί, να αποζητάει τον απολεσθέντα σύντροφο και την κοινή τους ζωή. Ένας αναστοχασμός που οδηγεί σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση έχει να κάνει με τη διερεύνηση του τι χρονοδιάγραμμα δίνει ο καθένας σε αυτήν τη διαδικασία.

Πιο τεχνοκρατικές θεωρίες περί πένθους, ορίζουν το «υγιές» σε μερικούς μήνες, παραβλέποντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ατόμου και της σχέσης. Μια φαινομενολογική θεώρηση φέρνει στη συζήτηση τη χρονικότητα από την άποψη ότι αν μια σχέση απαιτεί χρόνο για να δομηθεί, τότε είναι αναμενόμενο να χρειάζεται χρόνο και για να αποδομηθεί, χρόνο ο οποίος δεν μπορεί να οριστεί με μαθηματικό τρόπο αλλά ποικίλει ανάλογα με την περίσταση, τον άνθρωπο και τη σχέση.

Μια άλλη παράμετρος που επηρεάζει τη διεργασία του πένθους έχει να κάνει με το τι άλλο χάνεται κάθε φορά μαζί με τη σχέση. Πέρα από τον άνθρωπο, ο χωρισμένος μπορεί να πενθεί και άλλες επενδύσεις που συμπαρασύρθηκαν. Ένα συχνό στοιχείο είναι αυτό του ιδανικού περί μιας σχέσης, με όλες τις ιδέες, προσδοκίες, όνειρα που μπορεί να ενέχει. Το αξιακό και φαντασιακό σύστημα του χωρισμένου καλείται να αναδιαρθρωθεί και προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Η έννοια του χωρισμού είναι ξένη εντός του τόπου του ιδανικού, στο οποίο εντάσεις, τσακωμοί, ανία, οργή, ματαίωση φαίνεται να μην έχουν χώρο και ν’ απωθούνται. Μαζί με τη σχέση, υπάρχει το πένθος για την ιδανικότητα. Ο χωρισμένος καταλήγει να παλεύει όχι μόνο με μια διαπροσωπική μοναξιά αλλά και με μια ενδοπροσωπική.

Ανάλογα επίσης με την επένδυση που έχει συντελεστεί στη σχέση, μπορεί να απολεσθεί ή τουλάχιστον να επέλθουν αλλαγές σε κοινωνικό επίπεδο, επαγγελματικό, οικονομικό, χωροταξικό. Μαζί με το σύντροφο μπορεί να χαθεί ένας κοινωνικός κύκλος, ένα σύνολο ανθρώπων του οποίου αποτέλεσαν μέρος και τώρα καλούνται είτε να τους αποχαιρετίσουν είτε να συσχετισθούν με διαφορετικούς τρόπους. Προκλήσεις όπως αναγκαιότητα για εξεύρεση μιας νέας εργασίας όταν υπάρχει και μια σχέση συνεργασίας (κοινός εργασιακός χώρος, κοινή επιχείρηση κλπ), μετακόμιση σε νέο σπίτι σε περιπτώσεις συγκατοίκησης ακόμα και μια ενδεχόμενη πίεση για αλλαγή πόλης, όλα αυτά ενέχουν παράλληλες και επιπρόσθετες απώλειες που έρχονται να περιπλέξουν το πένθος.

Σ’ ένα πιο υπαρξιακό επίπεδο, πέρα από την καθημερινή συντροφιά, την αλληλεπίδραση, το χάδι, ενδέχεται να χάνεται και η αίσθηση μιας υπαρξιακής ασφάλειας και η εμπιστοσύνη στον κόσμο. Πέρα από το παρόν, θρηνείται και το μέλλον, η βεβαιότητα ή μάλλον η ανάγκη για βεβαιότητα ότι κάποιος θα είναι εκεί ως μάρτυρας των βιωμάτων μας, των επιτευγμάτων, των μικρών και μεγάλων στιγμών, του γήρατος και καταληκτικά της στιγμής του θανάτου, όπου θα θέλαμε να μας κρατάει το χέρι για να μη νιώσουμε μόνοι.

Παράλληλα με το μελλοντολογικής υφής πένθος, υπάρχει η αντίστοιχη διεργασία για το παρελθόν. Είναι συχνή μια αναθεωρητική στάση ως προς την ιστορία του ζευγαριού, των συναισθημάτων και στιγμών που διαμοιράστηκαν. «Κρίμα τα χρόνια που χαράμισα», «Για να τελείωσε σημαίνει πως δεν ήταν πραγματική η αγάπη», «Πού πήγαν όλα τα λόγια που μου έλεγε». Το παρελθόν βιώνεται ως ματαιωμένο εκ του αποτελέσματος και το νεκρό του βάρος έρχεται να προστεθεί στην τρέχουσα δυσκολία. Είναι χρήσιμος θεραπευτικά ο αναστοχασμός πάνω σε αυτό το βίωμα της ματαίωσης ώστε να διακριθεί εάν όντως, βιωμένες στο τότε, αυτές οι στιγμές ήταν όντως κίβδηλες ή αν ο πόνος του τώρα έρχεται να τις χρωματίσει μεροληπτικά. Το πάθος, ο έρωτας, η τρυφερότητα, η αγάπη μπορούν να είναι αυθεντικές έννοιες και εκφράσεις χωρίς απαραίτητα να είναι και διαχρονικές. Το «δε σε θέλω/αγαπώ/αποζητώ τώρα» δεν αναιρεί ότι στο παρελθόν αυτές μπορεί να ήταν όντως γνήσιες διατυπώσεις. Η δυσκολία και η συνεπακόλουθη αμφισβήτηση πηγάζουν από μια βαθιά ανάγκη για την έννοια του πάντα, δηλαδή για διαχρονικότητα, προβλεψιμότητα, σταθερότητα και ασφάλεια, αμελώντας δυστυχώς να λάβουν υπόψη τη δυναμική φύση των ανθρωπίνων σχέσεων.

Η μνήμη ωστόσο έρχεται να καλύψει σ’ ένα βαθμό αυτήν την ανάγκη για σταθερότητα. Ό,τι έχει αναχθεί σε ανάμνηση, παραμένει αναφαίρετο κτήμα μας. Και σ’ ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, οι αναμνήσεις, πέρα από γνωστικές διαδικασίες, γίνονται συνθετικό συστατικό της ψυχικής μας υπόστασης. Στην εναγώνια ερώτηση πού πήγε η αγάπη, η στοργή, το βίωμα του κρατήματος, της αγκαλιάς, του πόθου, υπάρχει η απάντηση ότι είναι εντός μας, έχοντας χρωματίσει και εμπλουτίσει την ψυχοσύνθεσή μας, τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, τις προσδοκίες, αξίες και όνειρά μας.

Μια ειδική μνεία αρμόζει στη φαντασιακή διαπραγμάτευση του χωρισμένου αναφορικά με το χωρισμό. Έχοντας προχωρήσει σ’ ένα βαθμό σε μια πρωταρχική αποδοχή του τραύματος του χωρισμού –ή ακόμα και ως προαπαιτούμενο κάποιες φορές ώστε να ξεκινήσει να συντελείται αυτή η αποδοχή- προκύπτει η ιδέα ενός ιδανικού χωρισμού ως μιας έσχατης διαπραγμάτευσης στα πλαίσια του πένθους. «Τουλάχιστον ας χωρίσουμε ως φίλοι, ας κρατήσουμε επαφή, ας αγκαλιαστούμε με αγάπη και ν’ αποχωριστούμε». Μια σίγουρα δελεαστική και ευγενής ανάγκη/προσδοκία, η οποία υπό προϋποθέσεις μπορεί και να συμβεί. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος, όλη η ψυχική και συναισθηματική ένταση να μετατοπιστεί σε αυτήν την προσδοκία, δημιουργώντας μια νέα καθήλωση και δυσκολία επεξεργασίας του τραύματος.

Εν κατακλείδι, ο χωρισμός μπορεί να είναι μια τραυματική εμπειρία σε πολλαπλά επίπεδα και με πολύπλευρες, κρυφές ή φανερές, απώλειες. Ως τραύμα, απαιτεί χρόνο, διανθισμένο όμως με φροντίδα, υπομονή, ανοχή στη ματαίωση και τα πισωγυρίσματα, καθώς και νοηματοδότηση ώστε να μην καταλήξει μολυσμένο ή παραμορφωτικό, αλλά να γίνει ένα απόθεμα γνώσης, εμπειρίας και ενδυνάμωσης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s