Το ψυχικό κόστος των «πρέπει»

«Πρέπει να είμαι καλός». «Πρέπει να είμαι υπεύθυνος». «Πρέπει να είμαι πάντα διαθέσιμος, υποστηρικτικός, ευχάριστος». Οι άνθρωποι κουβαλάμε εντός μας, συνήθως από την παιδική ηλικία, μια σειρά αρχών, κανόνων και νουθεσιών, τα οποία λειτουργούν σαν οδηγός ζωής και σαν ταυτοποιητικές έννοιες. Αυτές οι οδηγίες όμως συχνά καταλήγουν να γίνονται, σχεδόν ερήμην μας, άκαμπτες κατασκευές που αντί να υποστηρίζουν καταδυναστεύουν και στραγγαλίζουν την ελευθερία της εξέλιξης και της αλλαγής.

Αυτά τα «πρέπει» προκύπτουν σε μεγάλο βαθμό ως κληροδότημα του οικογενειακού συστήματος, τα οποία έχουν κληρονομηθεί με τη σειρά τους από προηγούμενες γενιές, σύμφωνα με την εκάστοτε κουλτούρα και ιστορική εποχή. Αυτές οι φράσεις/εντολές βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην υπό διαμόρφωση παιδική προσωπικότητα και κάτω από το υπαρξιακό χώμα, ριζώνουν και παραμένουν στην αφάνεια. Ανθίζουν με τα χρόνια σε μια σειρά σύνθετων και πληθωρικών οδηγιών, καταναγκασμών, σκέψεων και συμπεριφορών. Ο ενήλικας, φέροντας θαμμένα τα εσωτερικευμένα του «πρέπει», ενδέχεται να βιώνει μια πίεση και μια επιτακτική ανάγκη να κάνει πράγματα ενάντια σ’ αυτό που επιθυμεί και σ’ αυτό που θα του κάνει καλό.

Τα πρέπει μπορεί να γίνουν πολύ ισχυρές ψυχικές κατασκευές, καθώς έχουν μια διττή ταυτότητα, επιβράβευσης αλλά και τιμωρίας, απαντώντας στην ανθρώπινη ανάγκη για όφελος (θετικά συναισθήματα) και αποφυγή του κινδύνου. «Πρέπει να τρως όλο σου το φαγητό για να μεγαλώσεις» ή «Πρέπει να είσαι ευγενικός αλλιώς δε θα σε αγαπούν οι άνθρωποι». Αυτές οι ενδεικτικές φράσεις αποτυπώνουν αυτήν τη διττότητα. Τα «πρέπει» ή αλλιώς η συμμόρφωση σ’ ένα υποκειμενικό σύνολο ηθικών και κοινωνικών κανόνων, είναι μια μονοδιάστατη και μη ευέλικτη διασφάλιση ότι το παιδί και στη συνέχεια ο ενήλικας άνθρωπος θα λάβει μια σειρά από προνόμια όπως υγεία, εξέλιξη, κοινωνική ένταξη, αποδοχή, στοργή κλπ. Αντίθετα, η μη συμμόρφωση ή παραβίαση αυτών των αρχών –και στη συνέχεια εσωτερικευμένων ηθικών και υπαρξιακών κανόνων- επιφέρει την τιμωρία, τον εξοστρακισμό, την απόρριψη, την ανασφάλεια και το πιο επιβαρυντικό όλων –σε ψυχικό επίπεδο- την ενοχή.

Στη χρησιμότητα που έχουν τα «πρέπει», και η οποία τα βοηθάει να εγκαθιδρύονται και να επιβιώνουν, συγκαταλέγεται και το ότι, φαινομενικά και σ’ ένα βαθμό, αποτελούν μι’ απάντηση στην αβεβαιότητα της ζωής και στο συνεπαγόμενο υπαρξιακό άγχος που συνοδεύει μια ζωή δίχως εγγενές νόημα και αντικειμενικές κατασκευές. Στην παιδική ηλικία τα «πρέπει» λειτουργούν ως ένας χάρτης αποφυγής επικίνδυνων και απειλητικών σημείων αλλά και ως πυξίδα ώστε να εξασφαλιστεί μια «φυσιολογική» ζωή. Φέροντας κάποιος αυτά τα εφόδια στην ενήλικη ζωή, όπου τα διλήμματα και η αβεβαιότητα απλά αλλάζουν μορφή και δε χάνονται, κατευνάζει το υπαρξιακό άγχος προτάσσοντας σταθερές δομές και απαντήσεις και καταφεύγοντας σε ψυχικούς αυτοματισμούς. Η ζωή μπορεί να είναι απρόβλεπτη, τα «πρέπει» όμως δεν είναι. Αυτές οι κατασκευές ωστόσο καταλήγουν να μοιάζουν σαν παιδικές πανοπλίες, που μπορεί κάποτε να εξυπηρετούσαν και να παρείχαν προστασία αλλά ο ενήλικας πλέον άνθρωπος αδυνατεί να χωρέσει σε αυτές, δίχως ν’ αποκόπτει κομμάτια της εμπειρίας του ή να καταπιέζει την εξέλιξή του.

Τα «πρέπει» φέρουν λοιπόν ένα θετικό μήνυμα, έναν πυρήνα που έχει χρησιμότητα και όφελος. Το ζητούμενο και η πρόκληση είναι να μπορέσουμε να διυλίσουμε αυτήν την κατασκευή ώστε να κρατήσουμε την ουσία της δίχως όμως τον καταναγκασμό της. Από απόλυτο το οποίο περιορίζει, να γίνει μια προτροπή, με εμπιστοσύνη ότι ο κάθε άνθρωπος έχει μια θεμελιώδη ροπή προς την υγεία και την αυτοπραγμάτωση. Το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η αναγνώριση αυτών των «πρέπει».

Η θεραπεία παρέχει αφενός ένα ασφαλές πλαίσιο διερεύνησης αυτών δίχως το φόβο της αποδοκιμασίας και της απόρριψης και αφετέρου την παρότρυνση για ενδελεχή αναζήτηση. Βασιλική οδός είναι το «Γιατί;», το οποίο οδηγεί πέρα από τις εκλογικεύσεις και τους αυτοματισμούς, σκάβοντας τα βαθύτερα, ψυχικά στρώματα μέχρι να φτάσει σε αυτά τα «πρέπει». Στη συνέχεια, έχοντας φέρει πλέον τα «πρέπει» στην επιφάνεια, αρχίζει η εξίσου απαιτητική διαδικασία της ώριμης θεώρησης και διερεύνησης του κατά πόσο χρειάζεται πλέον κάποιος αυτές τις εσωτερικευμένες εντολές. Εδώ ξεκινάει κάποιος να έρχεται σ’ επαφή με την τρομακτική αλλά και απελευθερωτική περιπλοκότητα της ζωής. «Τι σημαίνει το πρέπει να είμαι καλός άνθρωπος» ή «Τι σημαίνει το πρέπει να βγάζω χ χρήματα για να θεωρούμαι άξιος» πχ. Δεδομένου ότι πρόκειται γι’ απόλυτες κατασκευές, η πλήρης και συστηματική συμμόρφωση με αυτές φαντάζει αδύνατη. Οπότε προκύπτει το ερώτημα του τι γίνεται όταν δεν μπορεί κάποιος να είναι παραδείγματος χάριν «καλός άνθρωπος». Ξεκινάει να δημιουργείται χώρος και να νομιμοποιείται η απόλυτα φυσιολογική και δόκιμη ευαλωτότητα του ανθρώπου, το δικαίωμα στο λάθος, την αποτυχία, την ιδιαιτερότητα, τη δημιουργία ενός προσωπικού πεπρωμένου και το πιο βασικό όλων, την επιλογή.

Το πρέπει καταργείται και τη θέση του παίρνει το «θα ήταν καλό να» ή το «θέλω να …», διεργασίες και στάσεις δηλαδή πιο ελεύθερες, συναφείς και προσαρμοστικές στον πλουραλισμό της ζωής. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s